Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Η Τουρκία σε Τροχιά Σύγκρουσης με το Καθεστώς Άσαντ και τους Συμμάχους του

Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τους Patrick Megahan και Merve Tahiroglu και δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο FDDs Long War Journal στις 01/12/2016. Ο Patrick Megahan είναι ερευνητής-αναλυτής για στρτατιωτικά θέματα στο Ίδρυμα για την υπεράσπιση των Δημοκρατιών (Foundation for Defense of Democracies) όπου η Merve Tahiroglu είναι συνεργάτης, ασχολούμενη με θέματα Τουρκίας.

Ο έλεγχος των εδαφών της βόρειας Συρίας



Την περασμένη Πέμπτη (24/11) τουρκικές δυνάμεις δέχτηκαν επίθεση κοντά στην πόλη al-Bab (που ελέγχεται από το Ισλαμικό Κράτος), στη βόρεια Συρία. Ως αποτέλεσμα τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν και δέκα τραυματίστηκαν. Ευρισκόμενη μεταξύ τουρκικών και επαναστατικών δυνάμεων στο βορά, Κούρδων στα ανατολικά και δυτικά και δυνάμεων του συριακού καθεστώτος στα νότια η al-Bab είναι το σημείο σύγκλισης των αντιμαχόμενων συμφερόντων στη βόρεια Συρία. Οι αντικρουόμενες αναφορές για τους δράστες της επίθεσης της περασμένης Πέμπτης είναι ενδεικτικές της πολυπλοκότητας της κατάστασης και της ποικιλίας των εχθρικών δρώντων που έχουν βρεθεί να απέχουν λίγα μίλια μεταξύ τους, καθιστώντας τις συγκρούσεις μεταξύ τους περισσότερο πιθανές από ποτέ. Είτε αποδειχθεί ότι η επίθεση προήλθε από το Ισλαμικό Κράτος, είτε από τις δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ, που υποστηρίζεται από τη Ρωσία, η Τουρκία βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης για την οποία πιθανόν δεν είναι έτοιμη.

Αμέσως μετά την επίθεση τουρκικές πηγές κατηγόρησαν τη συριακή πολεμική αεροπορία και απαγορεύτηκε στα ΜΜΕ να διερευνήσουν το θέμα. Συμβαίνοντας ταυτόχρονα με την πρώτη επέτειο της κατάρριψης του ρωσικού μαχητικού από την τουρκική αεροπορία δημιουργήθηκε η εικασία ότι η επίθεση ήταν ενέργεια ανταπόδοσης από τη Ρωσία διαμέσου της συριακής αεροπορίας. Τα τηλεφωνήματα που αντάλλαξαν ο Τούρκος και ο Ρώσος πρόεδρος το 48ωρο μετά το επεισόδιο ενίσχυσαν αυτές τις υποψίες. Στο μεταξύ άλλες αναφορές υπέδειξαν ότι η ενέργεια μπορεί να ήταν επίθεση αυτοκτονίας από το Ισλαμικό Κράτος.

Από ΄που κι αν προέρχονταν η επίθεση λειτούργησε ως προειδοποιητικό σήμα για την Τουρκία, η οποία καθώς προελαύνει προς την al-Bab ρισκάρει να βρεθεί σε σύγκρουση με καθέναν από τους πολλούς αντιπάλους της. Με την κάθε πλευρά να επιδιώκει τους σκοπούς της μια στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων που συμμετέχουν στην επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» και των συριακών καθεστωτικών δυνάμεων φαίνεται αναπόφευκτη. Γενικότερα, η επίθεση της Πέμπτης αποτέλεσε μια έντονη υπενθύμιση ότι οι εντάσεις μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας βρίσκονται μόλις μια σπίθα μακριά από το να αναφλέξουν ξανά την περσινή κρίση.

Από την αρχή της επέμβασης τους στη Συρία τον Αύγουστο οι τουρκικές δυνάμεις, που ενεργούν μαζί με δυνάμεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA), προήλαυναν νότια, σε έδαφος που κατέχονταν από το ISIS, και ταυτόχρονα πλησίαζαν τις δυνάμεις του Άσαντ που πολιορκούν το Χαλέπι από τα νοτιοδυτικά. Ενώ ο σκοπός που είχε ανακοινωθεί για την επιχείρηση ήταν να απωθήσουν το Ισλαμικό Κράτος μακριά από τα τουρκικά σύνορα, ο ουσιαστικός σκοπός της Άγκυρας ήταν να εμποδίσει την εδαφική επέκταση των Κούρδων μέσω της περιφέρειας του Χαλεπίου. Η επιτυχής κατάληψη από τον ISIS του Manbij από τη κουρδική Συριακή Δημοκρατική Δύναμη (SDF) στις αρχές του Αυγούστου, μαζί με τις επιχειρήσεις των Κούρδων στα δυτικά από το Καντόνι του Afrin σήμανε συναγερμό στους Τούρκους ηγέτες. Η Άγκυρα εδώ και τέσσερις δεκαετίες είναι εμπεπλεγμένη σ΄ έναν αιματηρό πόλεμο με το κουρδικό αποσχιστικό ΡΚΚ και δεν διακρίνει το συριακό YPG από το ΡΚΚ. Από το 2014 ο αγώνας του YPG εναντίον του Ισλαμικού Κράτους επέτρεψε στους Κούρδους να επεκτείνουν τον έλεγχο τους σε περισσότερα εδάφη στη βόρεια Συρία. Με την απελευθέρωση του Manbij είχαν φτάσει να ελέγχουν 400 από τα 500 μίλια των συνόρων της Τουρκίας με τη Συρία.       

Η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι η Συμμαχία κατά του Ισλαμικού Κράτους της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ υποστηρίζει τις επιχειρήσεις του YPG, συνειδητοποιώντας απρόθυμα ότι αυτό και το συμμαχικό του SDF είναι οι μόνοι αποτελεσματικοί τοπικοί δρώντες που μπορούν να καταστρέψουν το ISIS. Αυτή η συνεργασία συμφερόντων έχει αποτελέσει πηγή μεγάλης έντασης μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον για περισσότερο από ένα χρόνο και ο λόγος που η Τουρκία άρχισε την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» χωρίς συντονισμό με τη Συμμαχία. Ενώ οι ΗΠΑ και η Τουρκία, στη συνέχεια,  έφτασαν σε κάποια προσωρινή συμφωνία ώστε οι Αμερικανοί να υποστηρίξουν την τουρκική επιχείρηση, ο φτωχός συντονισμός και η αμοιβαία καχυποψία είχαν ως αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να αποσύρουν τα αεροπορικά τους μέσα και τις ειδικές τους δυνάμεις από την ενέργεια για την κατάληψη της al-Bab.

Χωρίς αμερικανική αεροπορική κάλυψη οι τουρκικές δυνάμεις είναι ευάλωτες στη συριακή αεροπορία ή σε ρωσικές αεροπορικές επιδρομές εάν πράγματι η al-Bab είναι κόκκινη γραμμή για το καθεστώς Άσαντ όπως φαίνεται πιθανό. Η τουρκική πολεμική αεροπορία είναι σε απελπιστική κατάσταση από πλευράς πιλότων ως αποτέλεσμα των διώξεων που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου (αναφορές δείχνουν ότι περισσότεροι από 350 πιλότοι, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τους πιο έμπειρους, έχουν αποταχθεί). Ακόμη και αν ανακτήσει τη δύναμη της σε προσωπικό η τουρκική αεροπορία θα δυσκολευτεί να διεισδύσει στον συριακό εναέριο χώρο λόγω της πανίσχυρης ρωσικής αεράμυνας στη Δυτική Συρία – η οποία καλύπτει την al-Bab και φτάνει βαθιά μέσα στην Τουρκία.

Και όμως η Τουρκία φαίνεται απτόητη, με τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει ότι η τουρκική επέμβαση θα «τερματίσει το βάναυσο καθεστώς Άσαντ». Επιπλέον τα τμήματα του FSA που μάχονται δίπλα στα τουρκικά στρατεύματα είναι αποφασισμένα να φτάσουν στο Χαλέπι διαμέσου της al-Bab και να βοηθήσουν τους συντρόφους τους που είναι κυκλωμένοι εκεί. Όταν η al-Bab πέσει είτε στους Τούρκους, είτε στον FSA, είτε σε δυνάμεις του Άσαντ η ζώνη που τώρα χωρίζει τις δυνάμεις που συμμετέχουν στην «Ασπίδα του Ευφράτη» από το αριστερό πλευρό του συριακού στρατού που κυκλώνει το Χαλέπι θα γίνει πολύ στενή για να μπορεί να αποτρέψει τυχόν συγκρούσεις. Αυτή η προοπτική πιθανόν να εμπλέξει τις ΗΠΑ ακόμη πιο βαθιά στο συριακό θέατρο επιχειρήσεων – όχι λόγω του αγώνα εναντίον του ISIS αλλά για να υπερασπιστούν έναν αδιόρθωτο ΝΑΤΟϊκο σύμμαχο.