Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Η Στρατηγική Απόδοση των Οχυρωμένων Αμυντικών Γραμμών Μέρος 3ο

Αντιαεροπορικοί προβολείς ερευνούν το σκοτάδι πάνω από το Γιβραλτάρ το 1942
Αντιαεροπορικοί προβολείς ερευνούν το σκοτάδι πάνω από το Γιβραλτάρ το 1942. ΠΗΓΗ

Η Βρετανική Εμπειρία

Το κύριο αμυντικό σύστημα της Βρετανίας που απέτρεψε με επιτυχία μία εισβολή από την ξηρά για περισσότερα από 900 χρόνια είναι το Στενό της Μάγχης, επικουρούμενο από ένα αποτελεσματικό ναυτικό. Η Μεγάλη Βρετανία ως μία απομονωμένη δύναμη με τα ηπειρωτικά της συμφέροντα να εξυπηρετούνται στις κτήσεις της δεν βρέθηκε στην ανάγκη τον 19ο και τον 20ο αιώνα να κατασκευάσει οχυρωμένες αμυντικές γραμμές όπως οι άλλες μεγάλες δυνάμεις, χρησιμοποίησε όμως έργα εκστρατείας στους πολέμους που συμμετείχε. Για την παρούσα ανάλυση επιλέχθηκαν δύο βρετανικά οχυρά, το Γιβραλτάρ και η Σιγκαπούρη, τα οποία βρίσκονταν σε χερσονήσους και υποστηρίζονταν από ναυτικές δυνάμεις. Ιδιαίτερα θα εξεταστεί η απόδοση τους στον Β΄ Π.Π.

Γιβραλτάρ

Η Μεγάλη Βρετανία κατέλαβε το Γιβραλτάρ (Ο Βράχος) το 1704. Με την απότομη κλίση των βράχων του το Γιβραλτάρ θεωρείται ασύγκριτο φυσικό οχυρό. Εσωτερικά οι κρίσιμες τρωτότητες του ήταν το απόθεμα νερού και η έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Εξαιτίας αυτού η φρουρά του εάν υφίστατο μακρά πολιορκία από την ενδοχώρα θα έπρεπε να ανεφοδιάζεται από τη θάλασσα ή, τον 20ο αιώνα, από τον αέρα. Οι Βρετανοί έχοντας παραδοσιακά τον έλεγχο της θάλασσας μπόρεσαν να το κάνουν αυτό όποτε χρειάστηκε. Στη διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας του Γιβραλτάρ από το 1779 έως το 1783, την εποχή της Αμερικανικής Επανάστασης, υπήρξαν δύο μεγάλης κλίμακας και επιτυχημένες απόπειρες ανεφοδιασμού στις οποίες το βρετανικό ναυτικά έσπασε τον Γαλλο-ισπανικό αποκλεισμό. Οι επιτυχίες αυτές υπήρξαν κρίσιμες για την επιβίωση των αμυνομένων, οι οποίοι αλλιώς θα αναγκάζονταν να παραδοθούν από την έλλειψη εφοδίων πάρα το γεγονός ότι τα οχυρά τους έμεναν απάτητα. 


Εξαιτίας της κυριαρχίας του βρετανικού ναυτικού, τον 19ο και τον 20ο αιώνα, και της φυσικής ισχύος της θέσεως υπήρξαν λίγες ουσιαστικές απειλές μετά το 1783. Η πιο σοβαρή απειλή στη σύγχρονη εποχή εμφανίστηκε κατά τον Β΄ Π.Π. όταν η Ισπανία, μισο-σύμμαχος της Γερμανίας και της Ιταλίας, πιέστηκε από την Γερμανία είτε να επιτεθεί στο Γιβραλτάρ η ίδια είτε να επιτρέψει σε γερμανικά στρατεύματα να διέλθουν από το έδαφος της και να το πράξουν αυτά.

Ο Φράνκο δεν επέλεξε τίποτα από τα δύο και έτσι το Γιβραλτάρ δεν απειλήθηκε με χερσαία επίθεση. Αν και οι Ισπανοί θα ήθελαν να πάρουν πίσω το Γιβραλτάρ ο Φράνκο με διορατικότητα επέλεξε να κρατήσει τη χώρα του έξω από τον πόλεμο. Πιθανόν η φήμη του Γιβραλτάρ ως απόρθητου να ενίσχυσε την επιλογή του να μην επιτεθεί. Σε αυτήν την περίπτωση η επιτυχής άμυνα του Γιβραλτάρ οφείλονταν περισσότερο στη φήμη του παρά στην ισχύ του.

Στο πρώτο μέρος του Β΄ Π.Π., όταν οι ατυχίες μάστιζαν τους Συμμάχους, οι Βρετανοί είχαν ανησυχήσει πραγματικά από την πιθανότητα το Γιβραλτάρ να πέσει αν του επιτίθονταν μία ικανή δύναμη. Είχαν διαπιστώσει ότι ήταν ευπαθές σε μία γερμανική επίθεση, ιδιαίτερα το εκτεθειμένο αεροδρόμιο. Το αεροδρόμιο βρίσκονταν στο πιο επίπεδο τμήμα του Γιβραλτάρ και έτσι ένα μέρος του Βράχου το οποίο μέχρι τότε δεν είχε στρατιωτική σημασία τώρα αποτελούσε στρατιωτική αδυναμία. Ακόμη και εάν ο Βράχος μπορούσε να αντέξει μία μακρά πολιορκία αυτό δεν θα είχε μεγάλη αξία για τους Βρετανούς. Η αξία του Γιβραλτάρ την εποχή του Β΄ Π.Π. συνίστατο στη δυνατότητα του να είναι βάση για τα αεροσκάφη που περιπολούσαν στη δυτική Μεσόγειο και στον Ατλαντικό και για τα βρετανικά πλοία. Πυροβολικό από την ισπανική ενδοχώρα μπορούσε να αχρηστεύσει το αεροδρόμιο χωρίς να απαιτείται να καταληφθεί το οχυρό.

Στα απομνημονεύματα του ο Τσώρτσιλ παρουσιάζει μία χαρακτηριστική περίπτωση όπου πιθανές τρωτότητες μίας θέσεως που δεν έχει δοκιμαστεί εμφανίζονται μόνο όταν αυτή δεχτεί επίθεση. Όταν ο ίδιος επισκέφθηκε το Γιβραλτάρ το 1943 συνοδευόμενος από τον Αμερικανό Στρατηγό Τζωρτζ Μάρσαλ ο διοικητής του Γιβραλτάρ παρουσίασε με υπερηφάνεια τις πιο πρόσφατες και πιο εντυπωσιακά προστατευμένες θέσεις πυροβολικού που με κόπο είχαν εκσκαφεί στη βόρεια πλευρά. Μετά την επίδειξη αυτών των θέσεων, που μάλλον χαροποίησε τον Τσώρτσιλ, ο Μάρσαλ με κάποιο δισταγμό παρατήρησε ότι οι Ιάπωνες είχαν εύκολα εξουδετερώσει παρόμοιες αμερικανικές θέσεις στο Gorregidor (Φιλιππίνες) βάλλοντας στους βράχους που υπήρχαν πάνω από τις θέσεις και έτσι θάβοντας τες κάτω από τις πέτρες.

Σιγκαπούρη

Όταν ξεκίνησε ο Β΄ Π.Π. η Σιγκαπούρη θεωρούνταν ως απόρθητο οχυρό, στην ίδια κλάση με το Γιβραλτάρ αν και με πολύ λιγότερη ιστορία και σκοπιμότητα. Το Γιβραλτάρ, όπως αναφέρθηκε, βρίσκονταν υπό βρετανική κατοχή από τον 18ο αιώνα, είχε αντιμετωπίσει κάποιες επιθέσεις και αρχικά είχε καταληφθεί από τους Βρετανούς μετά από σκληρή μάχη. Κατείχε τρομερά φυσικά πλεονεκτήματα ως αμυντική θέση που του επέτρεπαν να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά μια θαλάσσια ή χερσαία εισβολή. Η Σιγκαπούρη, αντιθέτως, αν και βρίσκονταν στην κατοχή των Βρετανών πολλές δεκαετίες είχε αρχίσει να οχυρώνεται μετά τον Α΄ Π.Π. Επιπλέον δεν κατείχε καμία από τις αμυντικές ποιότητες του Γιβραλτάρ και, όπως φάνηκε, έπεσε εύκολα και γρήγορα στους Ιάπωνες το 1942.

Στην πραγματικότητα ήταν άτοπο να αναφέρεται κανείς στη Σιγκαπούρη ως «οχυρό». Σύμφωνα με έναν από τους υπερασπιστές της, τον Στρατηγό Πέρσιβαλ, ήταν πιο ακριβές να περιγραφεί ως «μία μεγάλη και ακατοίκητη περιοχή που έπρεπε να υπερασπιστούν». Το ίδιο το νησί της Σιγκαπούρης έχει έκταση περίπου 200 τετραγωνικά μίλια, αποτελούμενο κυρίως από έλη και φυτείες καουτσούκ χωρίς σημαντικά δεσπόζοντα υψώματα. Επιπρόσθετα το Στενό του Johore που χωρίζει τη Σιγκαπούρη από τη Μαλαισία δεν ήταν κάτι περισσότερο από μία πλατιά και ρηχή τάφρος. Το απόρθητο της Σιγκαπούρης υπήρχε πολύ περισσότερο στο μυαλό αυτών που το διαφήμιζαν και σε εύπιστα και αφελή άτομα παρά στην πραγματικότητα.

Αν και υπό βρετανική κατοχή από τις αρχές του 19ου αιώνα η Σιγκαπούρη δεν φαινόταν να έχει την ανάγκη σημαντικών αμυντικών έργων εώς ότου οι Ιάπωνες θεωρήθηκαν από τους Βρετανούς ως δυνητική απειλή κατά τη διάρκεια του Α΄ Π.Π. Η απόφαση για τη βελτίωση της άμυνας της Σιγκαπούρης λήφθηκε το 1921 και οι εργασίες εκτελούνταν με αργό ρυθμό όλη τη δεκαετία του ΄20. Οι εργασίες επιταχύνθηκαν μετά την εισβολή των Ιαπώνων στη Μαντζουρία το 1931 και είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί το 1937.

Οι θέσεις των παράκτιων πυροβολαρχιών της Σιγκαπούρης επισημασμένες με κόκκινο
Οι θέσεις των παράκτιων πυροβολαρχιών της Σιγκαπούρης επισημασμένες με κόκκινο.
ΠΗΓΗ: Matt Walsh, The Fall of Singapore

Δυστυχώς για τους μελλοντικούς Βρετανούς υπερασπιστές της η Σιγκαπούρη θεωρήθηκε ότι θα έπρεπε να μπορεί να αμυνθεί μόνο σε μία επίθεση από τη θάλασσα. Οι Βρετανοί σχεδιαστές δεν πίστευαν ότι μία χερσαία εκστρατεία κατά μήκος της Μαλαϊκής χερσονήσου θα ήταν δυνατή και γι΄ αυτό δεν έκαναν σοβαρές προετοιμασίες για να υπερασπιστούν είτε τη Μαλαισία είτε το νησί της Σιγκαπούρης από μια επίθεση με χερσαίες δυνάμεις. Το πανίσχυρο παράκτιο πυροβολικό με τα διατρητικά του βλήματα ήταν σχεδιασμένο για χρήση εναντίον πλοίων και ήταν σχεδόν άχρηστο για να αντιμετωπίσει χερσαίες επιθέσεις από άρματα ή πεζικό. Σε κάθε περίπτωση προορίζονταν να υπερασπιστεί μόνο τη ναυτική βάση της Σιγκαπούρης και όχι όλο το νησί.

Στη γρήγορη και αποφασιστική τους εκστρατεία εναντίον της Σιγκαπούρης οι Ιάπωνες κινήθηκαν αποτελεσματικά κατά μήκος της Μαλαϊκής χερσονήσου, αντίθετα από τις εκτιμήσεις των Βρετανών, και κατέλαβαν το μεγάλο «οχυρό» μετά από εκστρατεία 70 ημερών. Η κατάληψη της ίδιας της Σιγκαπούρης δεν περιλάμβανε σημαντικά στρατιωτικά γεγονότα από τη στιγμή που οι Ιάπωνες έφτασαν στο Στενό του Johore και μετά, καθότι η βόρεια πλευρά του νησιού ήταν σχεδόν ανυπεράσπιστη χωρίς τον έλεγχο της απέναντι ακτής.

Αν και από στρατιωτικής πλευράς η πτώση της Σιγκαπούρης ήταν δεδομένη μετά την κατάληψη της Μαλαισίας, η ταχύτητα της πτώσης προκάλεσε μεγάλο σοκ στη Μεγάλη Βρετανία, στην αυτοκρατορία της και στους συμμάχους της. Αυτό οφείλονταν περισσότερο στην εικόνα που υπήρχε για τη Σιγκαπούρη παρά στην πραγματικότητα. Όπως και στην περίπτωση της Γραμμής Μαζινό οι αναφορές των μέσων μαζικής ενημέρωσης στο «απόρθητο» της Σιγκαπούρης και η ευρεία πίστη σε αυτό υπερέβαλε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων ή, για τη Γραμμή Μαζινό, τη στρατηγική της αποτελεσματικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις η δημιουργία αυτών των παραπλανητικών εντυπώσεων ήταν μέρος της προσπάθειας να αποτραπούν οι πιθανοί αντίπαλοι.

Όμως, όπως και στην περίπτωση της Γραμμής Μαζινό, η προπαγάνδα περισσότερο επηρέασε τους δημιουργούς της παρά απέτρεψε τους επιτιθέμενους. Οι Ιάπωνες αναγνώρισαν προσεκτικά τη Σιγκαπούρη πριν την έναρξη του πολέμου και σωστά κατέληξαν ότι το νησί θα έπεφτε εύκολα εάν επιτίθονταν από την ξηρά. Οι Βρετανοί διοικητές της Σιγκαπούρης το γνώριζαν αυτό εξίσου καλά με τους Ιάπωνες, όμως η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί για την αμυντική της ισχύ έφτανε μέχρι την κορυφή της βρετανικής κυβέρνησης. O ίδιος ο Τσώρτσιλ συνετρίβη όταν πληροφορήθηκε την πραγματική κατάσταση στη Σιγκαπούρη και αργότερα όταν το νησί παραδόθηκε στους Ιάπωνες μετά από, φαινομενικά τουλάχιστον, ελάχιστη αντίσταση. Και αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, είχε πιστέψει απροβλημάτιστα στον μύθο του απόρθητου της Σιγκαπούρης. 

Η Ιαπωνική επίθεση στη Σιγκαπούρη
Η Ιαπωνική επίθεση στη Σιγκαπούρη. ΠΗΓΗ


Σχετικές Αναρτήσεις