Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Άρματα Μάχης, Υβριδικός Πόλεμος και η Πρόσφατη Ισραηλινή Εμπειρία (Ι)



Το Ινστιτούτο Χερσαίου Πολέμου της AUSA εξέδωσε το καλοκαίρι που μας πέρασε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη για το μέλλον των αρμάτων μάχης απέναντι σε υβριδικές απειλές, υπό το φως της εμπειρίας του ισραηλινού στρατού στην επιχείρηση «Protective Edge». Τη μελέτη με τίτλο «The Uncertain Role of the Tank in Modern War: Lessons from the Israeli Experience in Hybrid Warfare» συνέταξε ο Επίλαρχος Michael B. Kim. Ο Kim είναι υποδιοικητής της 8ης Επιλαρχίας του 1ου Συντάγματος Ιππικού (Stryker). Έχει αποφοιτήσει από την αντίστοιχη αμερικανική ΣΔΙΕΠ και σπουδάζει μηχανική συστημάτων στο Cornell. Κατά τη συγγραφή της εργασίας του συζήτησε εκτενώς με Ισραηλινούς στρατιωτικούς και ανθρώπους από τον ευρύτερο χώρο της άμυνας.

Η μελέτη θα παρουσιαστεί σε τρεις αναρτήσεις.


Εισαγωγή

Το μέλλον του άρματος μάχης Μ1 Abrams είναι αβέβαιο. Με τους παρόντες οικονομικούς περιορισμούς και τις απαιτήσεις για εκστρατευτική δυνατότητα ο αμερικανικός στρατός πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει ανάγκη για τις τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του (Armored Brigade Combat Teams ABCT) και για το κύριο άρμα μάχης του, το Μ1 Abrams [1]. Η αμφισβήτηση του ρόλου του άρματος στον αμερικανικό στρατό της περιόδου 2015-2025 προέρχεται από την υποβόσκουσα αβεβαιότητα για τον μελλοντικό χαρακτήρα του πολέμου. Μελετώντας τις επιχειρήσεις των τελευταίων 13 ετών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι οι μελλοντικές συγκρούσεις πιθανόν θα έχουν τον χαρακτήρα μη συμβατικών εμπλοκών. Αυτή η υπόθεση οδηγεί τις εξοπλιστικές προτεραιότητες μακριά από τις συμβατικές πλατφόρμες. Επομένως, αν η πρόσφατη ιστορία αναγνωσθεί κατ΄ αυτόν τον τρόπο τίθεται εν αμφιβόλω η επικαιρότητα της μάχης συνδυασμένων όπλων και τελικά του ίδιου του άρματος μάχης.

Το Μ1 Abrams θα πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο του ελιγμού συνδυασμένων όπλων (Combined Arms Maneuver CAM), του οποίου αποτελεί βασικό στοιχείο . Η παρούσα εργασία παρουσιάζει μία περίπτωση προς μελέτη από την εμπειρία των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Protective Edge» το 2014 ώστε: να γίνει κατανοητός ο ρόλος του άρματος, να αναλυθούν οι τάσεις των υβριδικών απειλών, να εξεταστούν οι προκλήσεις για την οργανωτική δομή του στρατού και να αξιολογηθεί η συνάφεια του ελιγμού συνδυασμένων όπλων στο μελλοντικό επιχειρησιακό περιβάλλον.

Η Υβριδική Απειλή

Οι εκτιμώμενες εχθρικές δυνατότητες δημιουργούν το πλαίσιο των απαιτήσεων για τη δομή των δυνάμεων του στρατού, την εφαρμογή του ελιγμού συνδυασμένων όπλων και τον ρόλο του άρματος Μ1 Abrams. Αν και η ακριβής φύση των μελλοντικών αντιπάλων είναι αβέβαιη οι πρόσφατες και εν εξελίξη συγκρούσεις αποκαλύπτουν τις τάσεις που είναι πιθανόν να επηρεάσουν τη διεξαγωγή και τον χαρακτήρα των μελλοντικών πολέμων. Το δόγμα του στρατού παρουσιάζει τη μελλοντική εχθρική απειλή ως υβριδική. Το Εκπαιδευτικό Φυλλάδιο 7-100 «Υβριδική Απειλή» ορίζει τον υβριδικό εχθρό ως έναν «ποικιλόμορφο και δυναμικό συνδυασμό τακτικών δυνάμεων και/ή εγκληματικών στοιχείων ενωμένων για να πετύχουν αμοιβαία επωφελή αποτελέσματα» [2]. Οι υβριδικές απειλές μπορούν να συνδυάσουν συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες με τακτικές που συνήθως συνδέονται με ανταρτικές ενέργειες. Ο Δρ. David E. Johnson περιγράφει τους υβριδικούς αντιπάλους ως υποστηριζόμενους από κάποια κρατική οντότητα, μέτρια εκπαιδευμένους, πειθαρχημένους και οργανωμένους σε μονάδες επιπέδου μέχρι τάγματος. Χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα με άτακτες δυνάμεις, έχουν όμως δυνατότητα μακρού πλήγματος με αντιαρματικούς πυραύλους (ATGMs), φορητούς Α/Α πυραύλους (MANPADS) και ρουκέτες μεγαλύτερου βεληνεκούς. Μπορούν να εξασκούν ημι-κεντρικό έλεγχο και διοίκηση (C2) με πολλαπλά μέσα [3]. Από αυτούς τους ορισμούς προκύπτουν δύο σημαντικά χαρακτηριστικά: οι υβριδικές απειλές είναι κρατικά υποστηριζόμενες (πράγμα που τις διαφοροποιεί από τις άτακτες δυνάμεις μη κρατικών δρώντων) και κατέχουν δυνατότητες μακρού πλήγματος (ATGMs, MANPADS και ρουκέτες μεγαλύτερου βεληνεκούς).

Η δομή δυνάμεων του αμερικανικού στρατού

Καθώς ο στρατός προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές προκλήσεις που θα προέλθουν από τις υβριδικές απειλές πρέπει να πάρει δύσκολες αποφάσεις για να αναπτύξει τη σωστή δομή δυνάμεων που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις. Οικονομικοί περιορισμοί έχουν αναγκάσει το υπουργείο άμυνας να μεταβάλλει τη δομή δυνάμεων του στρατού. Για να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές προκλήσεις ο στρατός φτιάχνει μία μικρότερη, φονικότερη, εύκαμπτη και με εκστρατευτικό προσανατολισμό δύναμη η οποία είναι «προικοδοτημένη και οργανωμένη κατά μοναδικό τρόπο ώστε να μπορεί να διεξάγει εκστρατευτικό ελιγμό» [4]. Ο τότε Α/ΓΕΣ, Στρατηγός Raymond Odierno, μιλώντας στην επιτροπή ενόπλων δυνάμεων της βουλής των αντιπροσώπων το 2013, είπε ότι ο στρατός θα πρέπει «να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες του στα προγράμματα εκσυγχρονισμού και να καθορίσει πια είναι πιο σημαντικά για να καλύψουν κενά δυνατοτήτων και πια μπορούν να καθυστερήσουν ή να ακυρωθούν» [5]. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες έχουν βρεθεί υπό ισχυρή πίεση να δικαιολογήσουν τον ρόλο τους στη μελλοντική δομή δυνάμεων. Ταυτόχρονα η συνάφεια του άρματος μάχης με το σύγχρονο περιβάλλον ασφαλείας τίθεται υπό διερεύνηση.

Στη συζήτηση για τη δομή δυνάμεων έχει υπεισέλθει και η σημασία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΜΕΑ), ο κυβερνοπόλεμος και άλλες αναδυόμενες τεχνολογίες. Οι δύο βασικές σχολές σκέψης (πίνακας 1) σε σχέση με τη μελλοντική δομή δυνάμεων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στη «συντηρητική» και στην «αναθεωρητική» [6].

Πίνακας 1
Σχολές Σκέψης για τη Μελλοντική Δομή Δυνάμεων
Συντηρητική
Ο πόλεμος δεν έχει θεμελιωδώς αλλάξει. Είναι μια περιπέτεια των ανθρώπων των οποίων οι δυνατότητες δεν μπορούν να αντικατασταθούν από την τεχνολογία. Ο στρατός πρέπει να επικεντρωθεί στις συμβατικές δυνατότητες της καταστροφής του εχθρού και της κατάληψης/διατήρησης του εδάφους.
Αναθεωρητική
Οι μελλοντικές προβολές απορρίπτουν την πιθανότητα μιας σύγκρουσης υψηλής έντασης. Ο στρατός πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη μη συμβατικών δυνατοτήτων για περιορισμένες εμπλοκές με έμφαση στις ειδικές δυνάμεις, στα πυρά ακριβείας μακρού πλήγματος και στις αναδυόμενες τεχνολογίες.

Η συντηρητική σχολή υποστηρίζει ότι οι αλλαγές στον πόλεμο γίνονται προοδευτικά και ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες δεν αλλάζουν θεμελιωδώς τον χαρακτήρα του πολέμου [7]. Οι υποστηρικτές αυτής της σχολής υποστηρίζουν ότι η εξάρτηση από δυνατότητες που αφορούν πολέμους χαμηλής έντασης και η υπερβολική εξάρτηση από την αεροπορική δύναμη, τις πληροφορίες, τις δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων και τα ΜΕΑ απομειώνουν τις συμβατικές δυνατότητες που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν μελλοντικές απειλές. Επίσης υποστηρίζουν ότι καθώς εξαρτόμαστε περισσότερο από την τεχνολογία αγνοούμε τα βασικά μαθήματα της στρατιωτικής ιστορίας: ο πόλεμος στο θεμελιώδες του επίπεδο παραμένει μία σύγκρουση θελήσεων και στη χερσαία μάχη δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αντικαταστήσει την παρουσία των στρατιωτών.

Η αναθεωρητική σχολή υποστηρίζει ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα είναι περιορισμένοι και όλο και περισσότερο ανορθόδοξοι. Οι συνήγοροι αυτής της αντίληψης πιστεύουν ότι οι μελλοντικές προοπτικές αποκλείουν την πιθανότητα ενός πολέμου υψηλής έντασης με κάποιον σχεδόν ισοδύναμο αντίπαλο, ενώ οι τεχνολογικές πρόοδοι κάνουν περισσότερο ελκυστική τη χρήση πυρών υψηλής ακριβείας από ναυτικές και αεροπορικές πλατφόρμες. Υποστηρίζουν ακόμη ότι οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ενισχύουν την άποψη ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα εξαρτώνται περισσότερο από τις δυνατότητες των δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων υποστηριζόμενες από τοπικούς συμμάχους και πυρά μακρού πλήγματος. H Linda Robinson της RAND έχει δηλώσει ότι οι πιέσεις στον προϋπολογισμό και η συνεχιζόμενη επικράτηση των μη συμβατικών απειλών δίνουν προτεραιότητα στις προσεγγίσεις κόστους – απόδοσης στην εθνική ασφάλεια. Έτσι ζητούμενο είναι η μεγαλύτερη εκμετάλλευση των δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις με μικρότερο αποτύπωμα και ο αποτελεσματικότερος συντονισμός με τους συμμάχους [8]. Τον Ιανουάριο του 2014 η Washington Post παρουσίασε τις απόψεις ανώνυμων αξιωματούχων του στρατού που δήλωσαν: «η κατασκευή αρμάτων –ισχυρών αλλά δυσκίνητων – δεν είναι πλέον σημαντική… Στον σύγχρονο πόλεμο οι δυνάμεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα και να προβάλουν ισχύ σε μεγάλες αποστάσεις… Όπλα όπως τα ΜΕΑ είναι το μέλλον» [9]. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία είναι λάθος να θέτει η χώρα το προσωπικό της σε κίνδυνο όταν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας μπορούν να παρέχουν δυνατότητες που επιτυγχάνουν την επιθυμητή τελική κατάσταση χωρίς ανθρώπινες απώλειες. Οι αναθεωρητές υποστηρίζουν ότι η μελλοντική δομή δυνάμεων πρέπει να είναι εκστρατευτική και να κατέχει τις αναγκαίες τεχνολογικές δυνατότητες ώστε να μπορούν να αναπτυχθούν τάχιστα κλιμακούμενες δυνάμεις που θα είναι σημαντικές τόσο επιχειρησιακά όσο και τακτικά. Παλιές πλατφόρμες όπως το Μ1 Abrams από τη φύση τους δεν έχουν εκστρατευτικά χαρακτηριστικά, έχουν σημαντικούς περιορισμούς και μπορούν να αντικατασταθούν από πληροφορίες, μέσα αναγνώρισης και επιτήρησης (ISR) και πυρά μακρού πλήγματος.

Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ της «συντηρητικής» και της «αναθεωρητικής» σχολής θα διαμορφώσουν το πλαίσιο της αμερικανικής δομής δυνάμεων και τις αντιλήψεις για τη χρησιμοποίηση των δυνάμεων αυτών. Μία εξέταση του παρόντος δόγματος ελιγμού συνδυασμένων όπλων είναι αναγκαία για να κατανοηθούν οι επιπτώσεις των δύο παραπάνω ανταγωνιστικών θεωρήσεων.

Ελιγμός συνδυασμένων όπλων

Η ιδέα των συνδυασμένων όπλων στη χερσαία μάχη υπάρχει από αιώνες. Ο Δρ. Jonathan House περιγράφει την ιδέα των συνδυασμένων όπλων ως τη «βασική ιδέα όπου διαφορετικά Όπλα και οπλικά συστήματα πρέπει να χρησιμοποιηθούν συνδυασμένα για να μεγιστοποιήσουν την επιβίωση και τη μαχητική αποτελεσματικότητα των άλλων» [10]. Πριν τον Α΄ Π.Π. τα διάφορα Όπλα (πεζικό, πυροβολικό, πρώιμοι τύποι αρμάτων μάχης) υπήρχαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο γεγονός που επιδρούσε αρνητικά στη δημιουργία δόγματος συνδυασμένων όπλων και κοινής εκπαίδευσης. Η έλευση του πολέμου των χαρακωμάτων και της άμυνας σε βάθος κατά τον Α΄ Π.Π. έκανε αναγκαία την υιοθέτηση περισσότερο εξελιγμένων και καλύτερα συντονισμένων μορφών επιθέσεων. Οι «σπόροι της μελλοντικής επίθεσης συνδυασμένων όπλων» ρίχτηκαν από αυτήν την απαίτηση [11].

Η περίοδος του μεσοπολέμου είδε την ενσωμάτωση των μηχανοκίνητων δυνάμεων στο δόγμα συνδυασμένων όπλων. Πριν το 1937 οι Σοβιετικοί βρίσκονταν στην πρωτοπορία του μηχανοκίνητου πόλεμου. Η αντίληψη τους συνίστατο στη «Βαθιά Μάχη» που θα διεξάγονταν από μηχανοκίνητους σχηματισμούς συνδυασμένων όπλων, οι οποίοι θα μπορούσαν να «διαρρήξουν συμβατικές εχθρικές άμυνες και μετά ταυτόχρονα να επιτεθούν σε όλα τα κλιμάκια αυτών» με πυροβολικό, πεζικό, αεροπορικές προσβολές και ελιγμό μηχανοκίνητων δυνάμεων [12]. Από αυτό το δόγμα προήλθε η ιδέα του ελιγμού στο επιχειρησιακό βάθος του αντιπάλου ώστε να διαταραχθούν και να καταστραφούν οι εχθρικές δυνατότητες στα διαφορετικά κλιμάκια. Οι διωγμοί που έλαβαν χώρα στον Κόκκινο Στρατό το 1937-1941 οδήγησε τους Σοβιετικούς να βρεθούν πίσω από τους Γερμανούς [13] όπου ο Heinz Guderian και άλλοι οραματιστές δημιούργησαν την τεθωρακισμένη μεραρχία (panzerdivision), μία μηχανοκίνητη δύναμη που ενσωμάτωνε στοιχεία από όλα τα Όπλα. Οι αρχικές επιτυχίες των Γερμανών την περίοδο 1939-1941 καθιέρωσαν τον «κεραυνοβόλο πόλεμο» (blitzkrieg) ως το πρότυπο της ενέργειας συνδυασμένων όπλων. Οι κύριες αποστολές της γερμανικής τεθωρακισμένης μεραρχίας ήταν η εκμετάλλευση, η περικύκλωση και η καταδίωξη.

Από τις αρχές του 1942 ο Κόκκινος Στρατός ανασυγκρότησε τις τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες δυνάμεις του, επανεκπαίδευσε τους ηγέτες του και επανέφερε το δόγμα της «Βαθιάς Μάχης» για να αντιμετωπίσει τις γερμανικές τακτικές συνδυασμένων όπλων. Οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν την παραπλάνηση και τη συγκέντρωση μάζας σε στενό μέτωπο για να πετύχουν συντριπτική υπεροχή στα αποφασιστικά σημεία. Συγκροτήματα συνδυασμένων όπλων εκμηδένιζαν γερμανικά σημεία στηρίγματος ενώ βαρέα άρματα, μέσα άρματα, πεζικό, πυροβολικό και μηχανικό συνεργάζονταν για να προωθηθούν ταχύτατα διαμέσου της γερμανικής αμυντικής περιοχής. Όταν η εισχώρηση είχε πετύχει μηχανοκίνητοι σχηματισμοί συνδυασμένων όπλων εκμεταλλεύονταν την επιτυχία, ελισσόμενοι στο επιχειρησιακό βάθος για να απαγορεύσουν στους Γερμανούς να οργανώσουν νέες αμυντικές γραμμές, να αποδιοργανώσουν τον εφοδιασμό τους καθώς και τις δυνατότητες τους για έλεγχο και διοίκηση και να καταστρέψουν την εχθρική εφεδρεία [14].

Η σοβιετική ιδέα της «Βαθιάς Μάχης» παραμένει η θεμελιώδης αντίληψη του δόγματος συνδυασμένων όπλων του αμερικανικού στρατού σήμερα. Ο στρατός διατηρεί μία δομή δυνάμεων οργανωμένη γύρω από πλατφόρμες συνδυασμένων όπλων (το άρμα μάχης Μ1, το όχημα μάχης πεζικού Bradley, ελικόπτερα και πυροβολικό) με το δόγμα του εστιασμένο στη διάσπαση της εχθρικής τοποθεσίας, στην κατάληψη και διατήρηση εδάφους και στην εκμετάλλευση στο επιχειρησιακό βάθος. Η ενσωμάτωση αυτών των αντιλήψεων μπορεί να ανιχνευθεί στην εξέλιξη του δόγματος, ιδιαίτερα στην Αερο-χερσαία Μάχη, και είναι φανερή στο εγχειρίδιο ADP 3-0 «Unified Land Operations», όπου ο ελιγμός συνδυασμένων όπλων ορίζεται ως «η εφαρμογή των στοιχείων της μαχητικής ισχύος σε ενοποιημένη ενέργεια για να ηττηθούν οι εχθρικές χερσαίες δυνάμεις, να καταληφθεί και να υπερασπισθεί μία εδαφική περιοχή και να επιτευχθούν φυσικά, χρονικά και ψυχολογικά αποτελέσματα επί του αντιπάλου ώστε να αποκτηθεί και να διατηρηθεί η πρωτοβουλία» [15]. Όμως η ανάδυση νέων τεχνολογιών οδήγησε τους λήπτες αποφάσεων και τους αναλυτές να αναρωτηθούν εκ νέου την επικαιρότητα του ελιγμού συνδυασμένων όπλων και των μέσων που τον υπηρετούν και ιδιαίτερα του άρματος μάχης Μ1 Abrams.

Το άρμα μάχης Μ1 Abrams

Από τη σύλληψη του το άρμα μάχης Μ1 είναι η αιχμή του δόρατος των χερσαίων δυνάμεων, ενσωματώνοντας την πίστη ότι η ταχυκινησία, η προστασία και η δυνατότητα πυρών ακριβείας παρέχει ένα μοναδικό και πανίσχυρο σύστημα στο πεδίο της μάχης [16]. Όμως η ασαφής φύση των μελλοντικών απειλών, οι προκλήσεις που δέχεται η μελλοντική δομή δυνάμεων και η αβέβαιη αξία του ελιγμού συνδυασμένων όπλων στο μέλλον αμφισβητούν τον ρόλο του Μ1 Abrams στον στρατό του 2015-2025. Η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο του άρματος μάχης δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Η εμφάνιση νέων τεχνολογιών και οι εμπειρίες από την πιο πρόσφατη σύγκρουση δημιουργούσαν πάντα έναν κύκλο αποδοχής και απόρριψης για τα συστήματα, τις ιδέες και τις αντιλήψεις που υπήρχαν στον στρατό. Το 1960 ο B. H. Liddell Hart, Βρετανός αξιωματικός και θεωρητικός του πολέμου, παρατηρούσε: «Συνεχώς τα τελευταία σαράντα χρόνια οι επικεφαλείς της άμυνας ανακοίνωναν ότι το άρμα μάχης είναι νεκρό ή πεθαίνει» [17]. Στο βιβλίο του «The Tank Debate» ο Δρ. John Stone δηλώνει ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει τον ρόλο του άρματος μάχης είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της στάσης των Αγγλο-αμερικανών απέναντι σε αυτό από τον Α΄ Π.Π. [18] Ακόμη και το ίδιο το όπλο των τεθωρακισμένων του στρατού αμφισβήτησε τον μελλοντικό του ρόλο όταν σε ένα άρθρο στο περιοδικό «Armor» το 1972 με τίτλο «Ο Θάνατος του Άρματος» παρουσιάστηκε ο ισχυρισμός: «Οι αλλαγές στην τακτική έχουν οδηγήσει σε τεχνολογικές προόδους που έχουν σκοτώσει την ιδέα του άρματος όπως την ξέραμε» [19]. Η αβεβαιότητα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο των αρμάτων μάχης υπήρξε το πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό αυτού του όπλου σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Σήμερα τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Καθώς ο αμερικανικός στρατός αντλεί από τις εμπειρίες του από το Αφγανιστάν και το Ιράκ η αντιπαράθεση για τον μέλλον του άρματος συνεχίζεται.

Συμπέρασμα

Έχοντας παρουσιάσει το αναλυτικό πλαίσιο με το οποίο ο στρατός αντιλαμβάνεται το άρμα μάχης προχωρούμε στην παρακάτω δήλωση:

Το πρόβλημα είναι ο αβέβαιος ρόλος του Μ1 Abrams στον στρατό του 2015-2025 και αυτό πηγάζει από την αβεβαιότητα για τη μορφή των μελλοντικών αντιπάλων, τη βέλτιστη δομή δυνάμεων για να αντιμετωπιστούν οι μελλοντικοί αντίπαλοι και την επικαιρότητα του ελιγμού συνδυασμένων όπλων στο υβριδικό περιβάλλον.

Για να πραγματευθεί τα παραπάνω θέματα αυτή η εργασία θα χρησιμοποιήσει την IDF και την εμπειρία της από την επιχείρηση «Protective Edge» για να διερευνήσει τον ρόλο του άρματος Μ1 Abrams στον στρατό του 2015-2025.


Σημειώσεις

[1] Συνέντευξη του συγγραφέα με τον Δρ. David E. Johnson, υψηλόβαθμο αναλυτή στη RAND Corporation, στην Arlington, VA, τον Φεβρουάριο του 2015. Η συζήτηση περιλάμβανε τη σχέση των αρμάτων με το μελλοντικό πεδίο επιχειρήσεων, τις τάσεις των υβριδικών απειλών, την IDF, το Merkava και την πρωτοβουλία περιφερειακής σύγκλισης. Η εργασία του Δρ. Johnson «Hard Fighting: Israel in Lebanon and Gazax» (Santa Monica, CA: RAND Corporation, 2011), http://www.rand.org/pubs/monographs/MG1085.html παρείχε τη γνωστική βάση από την οποία προήλθε το πλαίσιο αυτής της εργασίας.

[2] Department of the Army, Training Circular 7-100, Hybrid Threat (Washington, DC: U.S. Government Printing Office, November 2010), p.v.

[3] Johnson, «Hard Fighting», p. xxii. Οι ορισμοί έχουν προσαρμοστεί από την εργασία του Δρ. Johnson.

[4] «Strategic Landpower and Force 2025 and Beyond», παρουσίαση ppt, Υπτγου Bill Hix στο Army Capabilities and Integration Center, U.S. Army TRADOC, Fort Eustis, VA, 22 Ιανουαρίου 2014, διαφάνεια 4.

[5] Στγος Raymond T. Odierno, Planning for Sequestration in Fiscal Year 2014 and Perspectives of
the Military Services on the Strategic Choices and Management Review, συνέντευξη στην επιτροπή ενόπλων δυνάμεων, 113ο Κογκρέσο, 1η περίοδος, 18 September 2013..

[6] Ο Ανχης Ido Mizrachi, Israel Defense Forces, πρότεινε το Κέντρο Μελετών Begin–Sadat στον συγγραφέα. Ο χαρακτηρισμός των σχολών σκέψης ως «Συντηρητικών και Αναθεωρητών» προήλθε από λεξικό που χρησιμοποιούσαν οι αναλυτές της IDF μετά την Επιχείρηση «Cast Lead» κατά τη διάρκεια συνεδρίου που οργανώθηκε από το Κέντρο Μελετών Ασφαλείας BeginSadat. Η περίληψη των πρακτικών του συνεδρίου μπορεί να βρεθεί εδώ: BESA Staff, «Was it a Mistake to Downsize and Deemphasize Israel’s Ground Forces?» The Begin–Sadat Center for Strategic Studies, Israel, 21 Ιουλίου 2014,[Πρόσβαση 19 Φεβρουαρίου 2015], http://besacenter.org/uncategorized/mistake-downsize-deemphasize-israels-ground-forces/
.
[7] ό.π.

[8] Linda Robinson, «The Future of U.S. Special Operations Forces,» Council Special Report No. 66,
Council on Foreign Relations, New York City, NY, Απρίλιος 2013.

[9] Marjorie Censer, «The end of the tank? The Army says it doesn’t need it, but industry wants to keep
building it,» The Washington Post, 31 Ιανουαρίου 2014.

[10] Jonathan M. House, «Toward Combined-Arms Warfare: A Survey of 20th Century Tactics, Doctrine and Organization,» Combat Studies Institute, U.S. Army Command and General Staff College, Fort Leavenworth, KS, Αύγουστος 1984, p. 1.

[11] ό.π., σ. 182.

[12] ό.π.

[13] ό.π., σσ. 183–184.

[14] ό.π., σσ. 184–186.

[15] Department of the Army, Army Doctrine Publication 3-0, Unified Land Operations (Washington,
DC: U.S. Government Printing Office, 10 Οκτωβρίου 2011), σ. 6.

[16] Michael Peck, «Why the Death of the Tank is Greatly Exaggerated,» War is Boring Online,
23 Οκτωβρίου 2013.

[17] John Stone, The Tank Debate (Amsterdam: Hardwood Academic Publishers, 2000), σ. 1.

[18] ό.π., σ. 2.