Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Επιτελείς, Επιτελείο & Επιτελική Εκπαίδευση στον Προπολεμικό Γερμανικό Στρατό

Εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου το 1935
Εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου το 1935. ΠΗΓΗ

Κατά τον Β΄ Π. Π. οι γερμανικές μεραρχίες, και ιδιαίτερα οι τεθωρακισμένες, επέδειξαν μία ιδιαίτερη ικανότητα να διεξάγουν ταχέως εξελισσόμενες επιχειρήσεις. Η ικανότητα αυτή οφείλονταν στην εκπαίδευση του προσωπικού τους, στην οργανωτική τους δομή, στα μέσα που διέθεταν και στην ποιότητα των διοικήσεων τους.

Οι διοικήσεις των σχηματισμών, γενικότερα, εκτελούν το έργο τους υποβοηθούμενες από το επιτελείο που ο εκάστοτε πίνακας οργανώσεως και υλικού τους έχει ορίσει. Το επιτελείο λοιπόν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχία μιας επιχείρησης γι΄ αυτό και έχει αξία να μελετήσουμε προσεκτικά το συγκεκριμένο ιστορικό υπόδειγμα.


Το επιτελείο και το έργο του

Κρίσιμα στοιχεία που αφορούν το επιτελείο και το έργο του και αναφέρονται στον ισχύοντα, οικείο, κανονισμό για την επιχειρησιακή σχεδίαση είναι τα παρακάτω:
  • Ο διοικητής και το επιτελείο του αποτελούν ένα στρατιωτικό σύνολο, με σκοπό την επιτυχή εκπλήρωση της αποστολής [1].
  • Η εργασία του επιτελείου, η επιτελική εργασία, είναι η μεθοδική και από κάθε πλευρά μελέτη τιθέμενου προβλήματος και η εισήγηση ιεραρχικά της ενδεδειγμένης λύσης για λήψη απόφασης. Η ενέργεια αυτή πρέπει να είναι ταχεία και ακριβής [2].
  • Η σημασία της εκτίμησης του επιτελείου αυξάνεται, όσο ο μειώνεται ο διαθέσιμος για σχεδίαση χρόνος [3].
  • Το επιτελείο πρέπει να οργανώνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζει την παροχή της καλύτερης βοήθειας στο διοικητή [4].
  • Το επιτελείο που είναι καλά οργανωμένο υποβοηθά το διοικητή, γιατί μειώνει τον χρόνο απόφασης αυτού [5]. Η ικανότητα του επιτελείου εξαρτάται από την επαγγελματική ικανότητα των αξιωματικών που το αποτελούν. Οι αξιωματικοί επιτελείς πρέπει να διαθέτουν διοικητικά προσόντα και την ικανότητα να τα εφαρμόζουν σε επιτελικό ρόλο [6].

Από τα παραπάνω μπορούμε να συνάγουμε τα εξής:
  • Η επιτελική εργασία ενώ οφείλει να είναι μεθοδική και ακριβής, οφείλει να είναι και ταχεία. Σε ταχέως εξελισσόμενες και ρευστές επιχειρήσεις οι αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις της μεθοδικότητας, της ακρίβειας και της ταχύτητας δοκιμάζουν με οριακό τρόπο τους αξιωματικούς του επιτελείου.
  • Η συγκρότηση του επιτελείου είναι παράγοντας που επηρεάζει το αποτέλεσμα της επιτελικής εργασίας και ιδιαίτερα την ταχύτητα αυτής.
  • Η ποιότητα του επιτελικού έργου εξαρτάται από την επαγγελματική ικανότητα των αξιωματικών του επιτελείου. Η ικανότητα αυτή στηρίζεται τόσο στη γνώση (κατάρτιση) όσο και στην προσωπικότητα (διοικητική ικανότητα).

Το επιτελείο της γερμανικής μεραρχίας

Κατά την έναρξη του Β΄ Π.Π. η γερμανική μεραρχία διοικούνταν (συνήθως) από έναν στρατηγό ενός άστρου (Generalmajor), ενώ δεν διέθετε υποδιοικητή, όπως δεν διέθετε και επιτελάρχη. Η σύνθεση των τεσσάρων βασικών τμημάτων του επιτελείου της μεραρχίας ήταν όπως παρακάτω:

Τμήμα
Καθήκοντα
Κωδικός Θέσης
Βαθμός
Παρατηρήσεις

Επιχειρήσεις

Διευθυντής Επιχειρήσεων


Ia

Ταγματάρχης
Οι τέσσερις διευθυντές προβλέπονταν να είναι απόφοιτοι της Σχολής Πολέμου, με προτεραιότητα επάνδρωσης: Ia, Ib, Ic, IIa. Στην πράξη ο γερμανικός στρατός ποτέ δεν είχε αρκετούς αποφοίτους ώστε να επανδρώσει και τις τέσσερις θέσεις και το σύνηθες ήταν να επανδρώνονται με αποφοίτους της Σχολής Πολέμου οι θέσεις των διευθυντών των τμημάτων Ia και Ib. Σε περίπτωση απώλειας του αξιωματικού Ia τα καθήκοντα του αναλάμβανε ο αξιωματικός Ib.

Βοηθός Επιχειρήσεων


Ο1

Λοχαγός

Βοηθός Επιχειρήσεων


Ο4

Υπολοχαγός

ΔΜ

Διευθυντής ΔΜ


Ib


Ταγματάρχης


Βοηθός ΔΜ


Ο2


Υπολοχαγός


Πληροφορίες

Διευθυντής Πληροφοριών


Ic

Λοχαγός

Βοηθός Πληροφοριών


Ο3

Υπολοχαγός

Προσωπικό

Διευθυντής Προσωπικού


IIa

Λοχαγός

Βοηθός Προσωπικού


IIb

Υπολοχαγός

Πολύ εύκολα επισημαίνει κανείς τόσο τον μικρό αριθμό των επιτελών της γερμανικής μεραρχίας όσο και τους χαμηλούς βαθμούς που αυτοί κατείχαν. Συγκριτικά, την ίδια εποχή, η διοίκηση και το επιτελείο της αμερικανικής μεραρχίας είχε την μορφή την οποία λίγο-πολύ έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα, με διοικητή υποστράτηγο, υποδιοικητή ταξίαρχο, επιτελάρχη, βοηθούς επιτελάρχη και αντισυνταγματάρχες διευθυντές τμημάτων.

Ο Διευθυντής Επιχειρήσεων, Αξιωματικός Ia, διοικούσε το επιτελείο και πάρα τον χαμηλό του βαθμό και την σχετική του απειρία ήταν ο βασικός σύμβουλος του διοικητή της μεραρχίας. Το επιτελείο της μεραρχίας ήταν προσανατολισμένο στη διεξαγωγή ταχέως εξελισσόμενων επιχειρήσεων και ο μικρός αριθμός των επιτελών και οι χαμηλοί τους βαθμοί εξασφάλιζαν τη μικρότερη δυνατή τριβή στη διαδικασία λήψης απόφασης και παρακολούθησης των επιχειρήσεων.

Ο διοικητής της μεραρχίας συνήθως ήταν προωθημένος με το τακτικό του στρατηγείο εκεί που εξελίσσονταν η κύρια του προσπάθεια. Ο Αξιωματικός Ia βρίσκονταν στο στρατηγείο, επικοινωνούσε με τον προϊστάμενο, τους υφιστάμενους και τις γειτονικές μονάδες, παρακολουθούσε την εξέλιξη της μάχης και ήταν πάντα έτοιμος να επέμβει με διαταγές ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της επιχείρησης. Η παρουσία του κυριαρχούσε απόλυτα στο στρατηγείο της μεραρχίας. Ο διευθυντής ΔΜ αναπτύσσονταν στην ΠΔΜ της μεραρχίας ενώ το ΚΣΠΥ λειτουργούσε στον ΣΔ του συντάγματος πυροβολικού της μεραρχίας.

Κατά την απουσία του διοικητή ο Αξιωματικός Ia μπορούσε να πάρει απόφαση για όλα τα θέματα εκτός από τα νομικής φύσεως. Ο διοικητής συζητούσε όλα τα θέματα με τον Αξιωματικό Ia σχεδόν σαν ίσος προς ίσο, μία ιδιόμορφη κατάσταση που υπήρχε μόνο στον γερμανικό στρατό.

Ο Αξιωματικός Ia επικοινωνούσε απευθείας με τον επιτελάρχη του σώματος στρατού (από το ΣΣ και άνω οι γερμανικοί σχηματισμοί διέθεταν επιτελάρχη αλλά όχι και υποδιοικητή) και για επιχειρησιακά θέματα μπορούσε να ζητήσει την παρέμβαση του σώματος για να ανατραπεί μία απόφαση του διοικητού της μεραρχίας, η οποία ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν εξυπηρετούσε κατά τον καλύτερο τρόπο τον ευρύτερο σκοπό της επιχείρησης. Στην πράξη όμως αυτό συνέβη ελάχιστες φορές. Όταν η μεραρχία αποτύγχανε στην αποστολή της μαζί με τον διοικητή της, τις περισσότερες φορές, απομακρύνονταν και ο Αξιωματικός ia, ο οποίος θεωρούνταν συνυπεύθυνος.

Βλέπουμε ότι ο γερμανικός στρατός εναπόθετε εξαιρετικά σημαντικές ευθύνες σε μία κατηγορία αξιωματικών. Ποιο ήταν λοιπόν το σύστημα που παρήγαγε αυτούς τους αξιωματικούς;

«im Generalstab»

Το κτήριο της Σχολής Πολέμου στο Βερολίνο
Το κτήριο της Σχολής Πολέμου στο Βερολίνο, το 1938. ΠΗΓΗ

Μετά την ήττα των Πρώσων στην Ιένα το 1806 ο Στρατηγός von Scharnhorst αναδιοργάνωσε τον πρωσικό στρατό και το γενικό του επιτελείο. Ο von Scharnhorst δημιούργησε ένα σώμα επιτελικών αξιωματικών που δεν περιορίζονταν στο αρχηγείο του στρατού αλλά υπηρετούσαν και στους μάχιμους σχηματισμούς. Έτσι ο πρωσικός στρατός δεν δημιούργησε έναν εγκέφαλο, όπως έκαναν οι άλλοι στρατοί της εποχής, αλλά ένα νευρικό δίκτυο που απλώνονταν σε όλη την έκταση του στρατού. Καθώς οι ανώτερες διοικητικές θέσεις καταλαμβάνονταν δικαιωματικά από αριστοκράτες χωρίς ουσιαστική στρατιωτική εκπαίδευση ο Scharnhorst επεδίωξε να τοποθετήσει δίπλα σε κάθε διοικητή έναν καταρτισμένο και δυναμικό επιτελάρχη. Επειδή χαμηλής εκπαίδευσης αριστοκράτες συνέχιζαν να καταλαμβάνουν υψηλές διοικητικές θέσεις η σχέση διοικητή – επιτελάρχη εξελίχθηκε σε ένα καθεστώς συνδιοίκησης που στον Α΄ Π.Π. δημιούργησε αδιέξοδες καταστάσεις. Στον μεσοπόλεμο ο γερμανικός στρατός προσπάθησε να αμβλύνει τις οξύτητες αυτού του ιδιόμορφου καθεστώτος αλλά σε κάθε περίπτωση ο επιτελάρχης του κάθε σχηματισμού παρέμεινε σε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο, αδιανόητο για άλλους στρατούς.

Για την εκπαίδευση των επιτελικών αξιωματικών ο πρωσικός στρατός ίδρυσε το 1810 το Γενικό Σχολείο Πολέμου, το οποίο το 1859 μετονομάστηκε σε Ακαδημία Πολέμου (Kriegsakademie). Για λόγους συνάφειας με τον όρο που χρησιμοποιείται σε εμάς η Kriegsakademie θα αναφέρεται στη συνέχεια ως Σχολή Πολέμου. Οι απόφοιτοι της Σχολής Πολέμου εναλλάσσονταν σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις αλλά και στις επιτελικές τους θέσεις εναλλάσσονταν μεταξύ των επιτελείων των σχηματισμών και του Γενικού Επιτελείου του Αρχηγείου του Στρατού. Ο σκοπός γι΄ αυτό ήταν να μεταφέρεται στο Αρχηγείο η πραγματική εικόνα των σχηματισμών αλλά και να μεταφέρονται στους σχηματισμούς οι απόψεις του Αρχηγείου ώστε να υπάρχει μία συνεχής διαδικασία ανατροφοδότησης.

Η εισαγωγή στη Σχολή Πολέμου γινόταν με εξετάσεις. Όλοι οι αξιωματικοί στο βαθμό του λοχαγού έπρεπε να δώσουν αυτές τις εξετάσεις. Η διαδικασία επιλογής ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Το 1935, για παράδειγμα, από τους 1.000 υποψηφίους, επιτυχόντες ήταν οι 150. Πέραν της βαθμολογίας στις εξετάσεις μεγάλη σημασία είχε και η αξιολόγηση του διοικητή του συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε ο υποψήφιος. Ακόμη και αν κάποιος συγκέντρωνε υψηλή βαθμολογία έμενε απέξω αν είχε κακή αξιολόγηση από τον διοικητή του. Όσοι αποτύγχαναν είχαν άλλη μία ευκαιρία την επόμενη χρονιά. Ένας μικρός αριθμός από τους επιτυχόντες έδινε στη συνέχεια εξετάσεις για την εισαγωγή του στο πολυτεχνείο και ακολουθούσε τεχνική σταδιοδρομία.

Η εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου ήταν διετής. Στο τέλος του πρώτου έτους ένα ποσοστό περίπου 20% απορρίπτονταν, ενώ αποτυχόντες υπήρχαν και στο τέλος του δεύτερου έτους. Μετά το πέρας της εκπαιδεύσεως τους στη Σχολή οι επιτυχόντες αξιωματικοί τοποθετούνταν δοκιμαστικά για ένα έτος στο Γενικό Επιτελείο του Αρχηγείου του Στρατού ή στα επιτελεία των Στρατιωτικών Περιοχών [7]. Η τοποθέτηση αυτή θεωρούνταν συνέχεια της εκπαίδευσης. Στο τέλος, όσοι ολοκλήρωναν και αυτό το στάδιο της εκπαίδευσης τους με επιτυχία χαρακτηρίζονταν ως αξιωματικοί «στο Γενικό Επιτελείο» (im Generalstab) και τοποθετούσαν τα αρχικά αυτά (i.G.) μετά τον βαθμό τους. Οι αξιωματικοί αυτοί αποτελούσαν ένα 5-7% των υποψηφίων που είχαν συμμετάσχει στις αρχικές εξετάσεις. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Π.Π., τον Σεπτέμβριο του 1939, ο γερμανικός στρατός είχε 25.000 αξιωματικούς. Από αυτούς αξιωματικοί «στο Γενικό Επιτελείο.» ήταν οι 500, ποσοστό 2%.

Η εμπειρία της Σχολής Πολέμου

Εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου το 1935
Εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου το 1935. ΠΗΓΗ

Ο καλύτερος τρόπος να περιγραφεί η εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου είναι μέσα από τα λόγια αυτών που είχαν φοιτήσει. Γι΄ αυτό επέλεξα να παρουσιάσω την εμπειρία του Oberst (i.G.) Fritz Behrendsen, ο οποίος φοίτησε στη Σχολή Πολέμου το διάστημα 1936-38.

Προετοιμασία για τις εξετάσεις και εξετάσεις

Μετά τον Α΄ Π.Π. η προετοιμασία για τις εξετάσεις γίνονταν με διδασκαλία μέσω αλληλογραφίας, διαλέξεις και εκπαίδευση στο πεδίο. Όλες οι μορφές προετοιμασίας διεξάγονταν από αξιωματικούς «στο Γενικό Επιτελείο» που υπηρετούσαν στην Στρατιωτική Περιοχή που υπηρετούσε κάθε υποψήφιος. Η προετοιμασία κατευθύνονταν από τον επιτελάρχη της Στρατιωτικής Περιοχής ο οποίος λειτουργούσε με βάση τις οδηγίες του Γενικού Επιτελείου του Αρχηγείου του Στρατού. Η περίοδος της προετοιμασίας διαρκούσε από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάρτιο.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ο υποψήφιος λάμβανε προβλήματα τακτικής από τους αξιωματικούς «στο Γενικό Επιτελείο» της Στρατιωτικής Περιοχής με συστημένη αλληλογραφία. Ο υποψήφιος αξιωματικός με τη λήψη της επιστολής απαλλάσσονταν από τα καθήκοντα του και ήταν υποχρεωμένος να ταχυδρομήσει τις λύσεις του εντός 24ώρου. Ο αξιωματικός που είχε αποστείλει τα προβλήματα διόρθωνε τις λύσεις του υποψηφίου, έγραφε τις παρατηρήσεις του στο περιθώριο των σελίδων της λύσης μαζί με ένα συμπερασματικό σχόλιο και έστελνε τις λύσεις πίσω στον υποψήφιο μαζί με μία αναλυτική κριτική και μία δική του λύση. Τα προβλήματα προέρχονταν από τα πεδία της εφαρμοσμένης τακτικής και της στρατιωτικής επιστήμης. Τα τακτικά προβλήματα ως επί το πλείστον αναφέρονταν στο ενισχυμένο σύνταγμα πεζικού.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας έλαβαν χώρα δύο περίοδοι διαλέξεων, 3-4 ημερών η κάθε περίοδος, στην έδρα της Στρατιωτικής Περιοχής. Σε αυτές διδάσκονταν τακτική, κάποιες γνώσεις οικονομικών, ιστορία, γεωγραφία, στρατιωτική ιστορία, μηχανική, διαβιβάσεις και θέματα αεροπορίας. Η έμφαση δίνονταν στη σύνταξη διαταγών και στην εκτίμηση της κατάστασης στο πλαίσιο της εφαρμοσμένης τακτικής για το ενισχυμένο σύνταγμα πεζικού. Οι διαλέξεις διεξάγονταν σε αντιστοιχία με τα αντικείμενα στα οποία θα εξετάζονταν αργότερα οι υποψήφιοι.

Η εκπαίδευση στο πεδίο ήταν οργανωμένη έτσι ώστε να αντιληφθούν οι εκπαιδευτές τόσο τις γνώσεις των υποψηφίων στα βασικά της τακτικής όσο και την ποιότητα του χαρακτήρα τους. Οι υποψήφιοι έπρεπε να εκπαιδευτούν να παίρνουν γρήγορα τακτικές αποφάσεις και να χρησιμοποιούν ορθά τη στρατιωτική ορολογία στις διαταγές.

Πέρα από τις μορφές εκπαίδευσης που εκτέθηκαν παραπάνω οι υποψήφιοι ενθαρρύνονταν να μελετούν εκτενέστατα και μόνοι τους. Στην αρχή της προετοιμασίας στους υποψήφιους γνωρίζονταν ποια πεδία της στρατιωτικής ιστορίας, της στρατιωτικής επιστήμης ή των πολιτικών επιστημών θα έπρεπε να μελετήσουν. Έτσι ο υποψήφιος έπρεπε να μελετήσει τη σχετική βιβλιογραφία και να απομνημονεύσει τα ουσιώδη. Μία ξένη γλώσσα της επιλογής του υποψηφίου ήταν μέρος των εξετάσεων. Σημασία είχαν ακόμη και τα επιτεύγματα στον αθλητισμό.

Η συγκεκριμένη προετοιμασία για τις εξετάσεις, στις οποίες συμμετείχαν όλοι οι αξιωματικοί μιας συγκεκριμένης ηλικιακής κλάσης, ήταν επαρκής γι΄ αυτούς που γνώριζαν τα βασικά της εφαρμοσμένης τακτικής. Δεν ήταν όμως επαρκής για τον υποψήφιο που μετά τη στρατιωτική ακαδημία δεν είχε την ευκαιρία να επεκτείνει την εμπειρία του πέρα από τα όρια του λόχου στον οποίο υπηρετούσε.

Οι εξετάσεις για τη Σχολή Πολέμου ήταν γραπτές και με επίβλεψη. Οι εξετάσεις περιείχαν πολλά προβλήματα από το πεδίο της τακτικής και ένα από τη στρατιωτική ιστορία, τη στρατιωτική επιστήμη, τη μηχανική, κλπ. Τα θέματα ήταν εντός των αντικειμένων που είχαν διδαχθεί κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Η λύση των προβλημάτων όμως ήταν δύσκολη γιατί ο χρόνος που δίνονταν ήταν περιορισμένος. Στην εφαρμοσμένη τακτική, για παράδειγμα, στον υποψήφιο δίνονταν 4 ή 5 ώρες για να διαβάσει το πρόβλημα, να σχεδιάσει τα δεδομένα στο χάρτη, να βρει τη λύση και να τη γράψει με το χέρι. Η σχεδίαση και το γράψιμο από μόνα τους έπαιρναν 2 με 3 ώρες. Μόνο οι αξιωματικοί που είχαν την απαιτούμενη συγκέντρωση μπορούσαν να γράψουν μία ικανοποιητική λύση σε τόσο σύντομο χρόνο. Το διαγώνισμα του υποψηφίου δεν έφερε το όνομα του αλλά ένα αριθμό. Το όνομα ήταν άγνωστο στον αξιωματικό «στο Γενικό Επιτελείο» στο Βερολίνο που διόρθωνε το γραπτό και βαθμολογούσε από το 1 έως το 9. Έτσι αποφεύγονταν περιπτώσεις ευνοιοκρατίας. Τα διάφορα αντικείμενα των εξετάσεων είχαν τον δικό τους συντελεστή βαρύτητας. Η βαθμολογία που έπαιρνε ο υποψήφιος από τα διαφορετικά αντικείμενα πολλαπλασιάζονταν με τον συντελεστή που είχε το κάθε αντικείμενο και το άθροισμα έβγαζε τη συνολική βαθμολογία του υποψηφίου. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Αρχηγείου του Στρατού αποφάσιζε πόσοι υποψήφιοι θα εισέρχονταν κάθε χρόνο στη Σχολή Πολέμου. Οι υποψήφιοι που αποτύγχαναν μπορούσαν να ξαναδώσουν για να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις ασθένειας ή ατυχημάτων. Εκτός από τη βαθμολογία η αξιολόγηση του υποψηφίου από τον διοικητή του συντάγματος που υπηρετούσε είχε αποφασιστική σημασία για την είσοδο του στη Σχολή Πολέμου. Ακόμη κι αν ο υποψήφιος συγκέντρωνε πολύ υψηλή βαθμολογία δεν μπορούσε να εισέλθει στη Σχολή εάν η αξιολόγηση του ήταν κακή. Έτσι ήταν στην ευχέρεια των αξιωματικών που υπηρετούσαν στις μονάδες να κρατούν έξω από το σώμα των αξιωματικών «στο Γενικό Επιτελείο» εκείνους τους υποψήφιους που θεωρούσαν ότι οι προσωπικότητες τους δεν ήταν επαρκείς. Βέβαια, ο διοικητής που συνέτασσε κάποια κακή αξιολόγηση ήταν υπεύθυνος γι΄ αυτή. Η υπέρμετρη φιλοδοξία για παράδειγμα θεωρούνταν μειονέκτημα και μπορούσε να είναι εμπόδιο για την είσοδο κάποιου στη Σχολή Πολέμου.

Η προετοιμασία και οι εξετάσεις που περιγράφηκαν παραπάνω θεωρούνταν από τους υποψήφιους ως δίκαιοι μηχανισμοί για την επιλογή των καλύτερων. Αν και οι νεαροί αξιωματικοί έχουν έφεση στο να ασκούν κριτική, δεν άκουσα ποτέ κάποιον να κριτικάρει το σύστημα εισαγωγής. Ο επιπλέον σκοπός που επιτύγχανε το Αρχηγείο του Στρατού ήταν μέσω αυτής της διαδικασίας να λάβουν όλοι οι νεαροί αξιωματικοί επαρκή εκπαίδευση στα ουσιώδη του επαγγέλματος τους πριν αναλάβουν τα καθήκοντα του διοικητή λόχου και να τους εμφυσήσει το ενδιαφέρον να μελετούν από μόνοι τους. Το επιπλέον βάρος που έπεφτε στους ώμους των αξιωματικών «στο Γενικό Επιτελείο» της κάθε Στρατιωτικής Περιοχής ήταν μεγάλο, καθώς η δουλειά που έπρεπε να κάνουν για την προετοιμασία των υποψηφίων ήταν επιπλέον της συνήθους εργασίας τους και γινόταν συνήθως τη νύχτα.

Σχολή Πολέμου

Η εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου ήταν ακόμη υπό την επήρεια του δημιουργού του γερμανικού Γενικού Επιτελείου, του Μόλτκε, και βασίζονταν στην εμπειρία του Α΄ Π.Π. Η εφαρμοσμένη τακτική του πεζικού ήταν το επίκεντρο της εκπαίδευσης. Ο σκοπός της ήταν να διαμορφώσει ένα αξιωματικό ο οποίος ως βοηθός της διοίκησης είχε πλήρη γνώση όλων των θεμάτων διοίκησης και εφοδιασμού μίας μονάδας συνδυασμένων όπλων. Να μορφωθεί δηλαδή ένας αξιωματικός ως γενικός επιτελής με την αληθινή σημασία του όρου και όχι ως ειδικός επιτελής. Μεγάλη έμφαση δίνονταν στην ανάπτυξη των ικανοτήτων δημιουργικής σκέψης και δράσης. Όχι τυπικοί γραφειοκράτες αλλά ταλέντα που θα κατείχαν με μοναδικό τρόπο την τέχνη τους έπρεπε να εκπαιδευτούν ή μάλλον να ανακαλυφθούν. Οι ποιότητες του χαρακτήρα θεωρούνταν πολύ σημαντικές. Η εμπειρία του Α΄ Π.Π. κατά τη διάρκεια του οποίου οι αξιωματικοί στο μέτωπο αποξενώθηκαν από τους αξιωματικούς «στο Γενικό Επιτελείο» είχε σημαντική μεταπολεμική επίδραση. Το σύστημα της εκπαίδευσης στη Σχολή Πολέμου ήταν περίπου ως εξής:

Η εκπαίδευση ξεκινούσε τον Οκτώβριο και τέλειωνε τον Ιούνιο του μεθεπόμενου έτους. Η περίοδος αυτή θεωρητικής εκπαίδευσης διακόπτονταν από ορεινές δραστηριότητες (2 εβδομάδες), επίσκεψη στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ (1 εβδομάδα) και τακτική εκπαίδευση στο πεδίο (2 εβδομάδες). Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα τουλάχιστον μία μέρα την εβδομάδα, κάθε βδομάδα, αφιερώνονταν σε εκπαίδευση στο πεδίο με τη μορφή της σπουδής του εδάφους. Τον Ιούνιο και για τους τρεις μήνες του θέρους οι μαθητές κατανέμονταν σε μονάδες διαφορετικού Όπλου από αυτό που άνηκαν οι ίδιοι. Η θερινή περίοδος έληγε με τη συμμετοχή σε ασκήσεις, στις οποίες οι μαθητές συμμετείχαν στο διευθύνον επιτελείο της άσκησης, από όπου αναμένονταν ότι θα αποκτούσαν την πρώτη τους εμπειρία από την εργασία των επιτελείων των ανώτατων κλιμακίων. Στις 1 Οκτωβρίου ξεκινούσε το δεύτερο έτος της θεωρητικής εκπαίδευσης στη Σχολή. Με αυτούς τους εναλλασσόμενους ρυθμούς η εκπαίδευση διαρκούσε συνολικά τρεις περιόδους με ένα έτος σε κάθε περίοδο, με διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις. Η βασική μονάδα εκπαίδευσης ήταν η Εκπαιδευτική Ομάδα (ΕΟ) που αποτελούνταν από περίπου 25 αξιωματικούς. Η εκπαίδευση ήταν υπό την επίβλεψη ενός «αρχηγού της ΕΟ», ο οποίος ήταν ένας προσεκτικά επιλεγμένος αξιωματικός που είχε υπηρετήσει με επιτυχία ως Αξιωματικός Ia σε κάποια μεραρχία. Η ΕΟ αποτελούνταν από αξιωματικούς διαφορετικών όπλων και κοινωνικής καταγωγής. Οι αρχηγοί των (συνήθως) πέντε ΕΟ ήταν υπό τις διαταγές του υπεύθυνου για το συγκεκριμένο έτος σπουδών. Στην κορυφή όλων βρίσκονταν ο διοικητής της Σχολής. Η σημαντικότερη ευθύνη του υπεύθυνου για το έτος σπουδών ήταν να εξασφαλίζει ότι η εκπαίδευση σε όλες τις ΕΟ εκπλήρωνε τα στάνταρντ που είχαν τεθεί. Έλεγχε τα προβλήματα που έβαζαν οι αρχηγοί των ΕΟ και εξασφάλιζε την ομοιογενή τακτική προσέγγιση σε όλα τα σημαντικά θέματα που είχαν σχέση με τη στρατιωτική διοίκηση. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Αρχηγείου του Στρατού ήταν ο άμεσος προϊστάμενος του διοικητή της Σχολής. Συνήθως είχε ζωηρό ενδιαφέρον για την εκπαίδευση της νέας γενιάς των αξιωματικών «στο Γενικό Επιτελείο» και ασχολούνταν με αυτήν στο μέτρο που είχε διαθέσιμο χρόνο. Η προσωπικότητα που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση των μελλοντικών επιτελικών αξιωματικών ήταν ο αρχηγός της ΕΟ. Επέβλεπε συνολικά την εκπαίδευση σε όλα τα αντικείμενα και ο ίδιος δίδασκε τακτική. Η τακτική ήταν το επίκεντρο όλου του εκπαιδευτικού συστήματος. Όλα τα άλλα αντικείμενα προσαρμόζονταν σε αυτήν. Στο πρώτο έτος το ενισχυμένο σύνταγμα πεζικού ήταν το πλαίσιο διδασκαλίας για τη σύνταξη των διαταγών, την εκτίμηση της κατάστασης και τη λήψη απόφασης. Στο δεύτερο έτος το πλαίσιο αυτό ήταν η ενισχυμένη μεραρχία πεζικού και η τεθωρακισμένη μεραρχία. Βασισμένη στην παλαιά παράδοση, στην πλούσια εμπειρία του Α΄ Π.Π. και στην μεταπολεμική εμπειρία, η εκπαίδευση στη διοίκηση μη-μηχανοκίνητου πεζικού ήταν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Όλα τα προβλήματα, όμως, που προέκυψαν από τη μηχανοκίνηση ή μάλλον είχαν αρχίσει να αποκτούν στρατιωτική σημασία για τη Γερμανία μετά το 1933, αντιμετωπίζονταν πολύ επιφανειακά. Δεν υπήρχε κανένα τμήμα που να είχε εμπειρία στη διοίκηση και στον εφοδιασμό μεγάλων μηχανοκίνητων μονάδων. Οι ιδέες για τον μηχανοκίνητο πόλεμο, στον οποίο αναπτύσσονταν ταχύτητες αδιανόητες για το πεζικό που βάδιζε, που προπαγανδίζονταν από τον Γκουντέριαν και τις νεαρές του τεθωρακισμένες μονάδες, δεν είχαν εισέλθει στη Σχολή πριν την έναρξη του Β΄ Π.Π.

Η διδασκαλία της στρατιωτικής ιστορίας δεν είχε μεγάλη αξία με τη μορφή που γίνονταν. Αναφέρονταν πολλές λεπτομέρειες των στρατιωτικών ζητημάτων των παλαιών πολέμων αντί η διδασκαλία να επικεντρώνεται στα ουσιώδη της σχέσης μεταξύ της πολιτικής, της οικονομίας και του πολέμου. Αποδείχθηκε χωρίς αποτέλεσμα η διδασκαλία αυτού του αντικειμένου από απόστρατους αξιωματικούς οι οποίοι δεν είχαν ζωντανή σύνδεση με τον στρατό. Ως εξήγηση γι΄ αυτό το έλλειμμα αναφέρονταν ότι λόγω της ανασυγκρότησης του στρατού δεν υπήρχαν αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί για να αναλάβουν την εκπαίδευση σε αυτό το αντικείμενο.

Τα ειδικά αντικείμενα που διδάσκονταν ήταν: Η επιστήμη των υπηρεσιών εφοδιασμού, οι μεταφορές, οι διαβιβάσεις, το μηχανικό και τα τεθωρακισμένα.

Ενώ στα ζητήματα των υπηρεσιών εφοδιασμού και των μεταφορών η εκπαίδευση παρείχε επαρκείς γνώσεις ώστε οι μαθητές να γνωρίσουν το εύρος της επιτελικής εργασίας που απαιτούσαν σε αυτούς τους τομείς, η εκπαίδευση στα άλλα ειδικά αντικείμενα δεν ήταν επαρκής. Η εκπαίδευση στα τεθωρακισμένα ήταν ιδιαίτερα κακή καθώς περιορίζονταν στην περιγραφή του πως εμφανίστηκαν τα πρώτα άρματα μάχης στο Δυτικό Μέτωπο το 1917-18. Η εκπαίδευση στη συνεργασία του στρατού με την αεροπορία επιχειρούσε να διδάξει ότι ήταν γνωστό εκείνα τα χρόνια και αυτά που ήταν γνωστά δεν ήταν πολλά. Σε κάθε περίπτωση ο μαθητής αποκτούσε μία ιδέα για το εύρος και την ταχύτητα που αποκτούσε ο σύγχρονος πόλεμος όταν συμμετείχε σε αυτόν μία ισχυρή αεροπορία. Φυσικά, διδάσκονταν μόνο η άμεση συνεργασία μεταξύ αεροπορίας και στρατού για τον σκοπό της χερσαίας μάχης και η εκμετάλλευση της αεροπορικής αναγνώρισης. Τα προβλήματα του εξοπλισμού, οι σχέσεις μεταξύ της πολεμικής ισχύος και της οικονομίας καθώς και άλλα σχετικά θέματα αναπτύσσονταν σε διαλέξεις. Η αξία αυτών των διαλέξεων συνήθως δεν ήταν μεγάλη γιατί πολλοί αξιωματικοί δεν κατανοούσαν τις δυνάμεις που επενεργούσαν στη σύγχρονη οικονομία. Ειδικότερα, αυτές οι διαλέξεις δεν πετύχαιναν να σκιαγραφήσουν σωστά την εξάρτηση της γερμανικής οικονομίας από την παγκόσμια οικονομία. Το ταξίδι μίας εβδομάδας στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, που πραγματοποιούνταν στο δεύτερο έτος της φοίτησης, δεν ήταν αρκετό για να παράσχει επαρκή κατανόηση της σύγχρονης οικονομίας.

Η προσκόλληση σε μία μονάδα διαφορετικού Όπλου από αυτό που προέρχονταν ο μαθητής κατά τη διάρκεια του θέρους μεταξύ του πρώτου και δεύτερου έτους της Σχολής περιορίζονταν σε τόσο λίγες εβδομάδες ώστε ο μαθητής δεν κατανοούσε σε βάθος τις συνθήκες των άλλων Όπλων. Στα χρόνια της ανασυγκρότησης του στρατού οι διοικητές των μονάδων γενικά δεν είχαν χρόνο για να ασχοληθούν με τους μαθητές της Σχολής Πολέμου που προσκολλούνταν στις μονάδες τους. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ήταν δυνατό για τους διοικητές αυτούς να υποβάλλουν στη Σχολή μία τεκμηριωμένη αξιολόγηση του μαθητή που είχε προσκολληθεί στη μονάδα τους. Οι περισσότεροι διοικητές υπέβαλαν αξιολογήσεις που περιείχαν τυπικές φράσεις.

Η εκπαίδευση ολοκληρώνονταν με ταξίδι στη δυτική Γερμανία που κρατούσε αρκετές εβδομάδες. Τακτικές ασκήσεις διεξάγονταν με τη μορφή της σπουδής του εδάφους. Εκεί οι αρχηγοί των ΕΟ είχαν την ευκαιρία να αξιολογήσουν ακόμη μία φορά τους μαθητές τους και ιδιαίτερα αυτούς για τους οποίους δεν είχαν διαμορφώσει την τελική τους κρίση. Βέβαια, αυτό το τελευταίο τεστ δεν μπορούσε να είναι αποφασιστικής σημασίας γιατί αν δύο χρόνια δεν ήταν αρκετά για να αποφασιστεί αν ο μαθητής ήταν κατάλληλος για να χαρακτηριστεί αξιωματικός «στο Γενικό Επιτελείο» αυτό δεν μπορούσε να γίνει στο τέλος. Πιστεύω ότι ήταν περισσότερο ζήτημα να δοθεί η δυνατότητα στον διοικητή της Σχολής, ο οποίος ήταν παρών στη δραστηριότητα, να κρίνει ο ίδιος τις περιπτώσεις εκείνες των αξιωματικών που ήταν στο όριο να απορριφθούν. Έτσι η προσοχή εστιάζονταν στους μαθητές εκείνους που χαρακτηρίζονταν «οριακές περιπτώσεις», ενώ οι πολύ καλοί μαθητές και αυτοί που ήταν δεδομένο ότι θα απορρίπτονταν περνούσαν στο παρασκήνιο. Με την εκ των υστέρων γνώση μπορεί να ειπωθεί ότι αυτού του είδους η τελευταία δοκιμασία ήταν χρήσιμη. Σε αντίθεση με τις εισαγωγικές εξετάσεις ο κριτής γνώριζε πολύ καλά τους μαθητές καθώς είχε περάσει δύο χρόνια μαζί τους κι έτσι αυτή η δοκιμασία ήταν προσφορότερη από τις εξετάσεις που διεξάγουν τα πανεπιστήμια. Τα γνωρίσματα από τα οποία έπρεπε να διέπονται οι αξιωματικοί «στο Γενικό Επιτελείο» ήταν: γενική πνευματική ικανότητα, γρήγορη αντίληψη, ικανότητα για ορθή και λογική σκέψη, ικανότητα για γρήγορη λήψη αποφάσεων, ικανότητα για γρήγορη κατανόηση των ουσιωδών κάθε προβλήματος και της συσχέτισης των προβλημάτων και ιδιαίτερα ικανότητα του αξιωματικού να σκέπτεται δημιουργικά και να μην προσκολλάται σε κάποιο συγκεκριμένο σχήμα. Επίσης ιδιαίτερη σημασία είχε η ικανότητα του αξιωματικού να εργάζεται αποδοτικά για μεγάλη χρονική περίοδο χωρίς να κουράζεται.

Για λόγους εκπαίδευσης αλλά και διαμόρφωσης του χαρακτήρα ήταν επιθυμητό οι αξιωματικοί αμέσως μετά τη Σχολή Πολέμου να τοποθετούνταν στο Γενικό Επιτελείο του Αρχηγείου του Στρατού ως δόκιμοι αξιωματικοί «στο Γενικό Επιτελείο». Η διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης έπρεπε να καταδειχθεί με καθαρότητα στον απόφοιτο της Σχολής ο οποίος έρχονταν πλήρης θεωρητικών γνώσεων. Οι αξιωματικοί που είχαν τη δικαιοδοσία να εκφέρουν την τελική κρίση για τον δόκιμο αξιωματικό έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να διερευνήσουν εάν αυτός εκτός από τη θεωρητική ικανότητα μπορούσε να ανταποκριθεί και στην πρακτική εργασία και μπορούσε να υποστηρίξει και να επιβάλει τις θέσεις του απέναντι σε αρχαιότερους αξιωματικούς χωρίς να γίνεται αυθάδης. Μόνο όταν τα προηγούμενα είχαν διαπιστωθεί και αρκετή εμπειρία από το Γενικό Επιτελείο είχε συγκεντρωθεί ο νέος αξιωματικός «στο Γενικό Επιτελείο» μπορούσε να τοποθετηθεί σε κάποιον σχηματισμό του στρατού.

Δεν μπορώ να πω εάν η περίοδο της δόκιμης υπηρεσίας μετά το 1933 άλλαξε σε σχέση με ότι συνέβαινε πριν το 1914. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Αρχηγείου του Στρατού έθετε ο ίδιος τακτικά προβλήματα στους δόκιμους Γενικούς Επιτελείς για να εξασφαλίσει την ομοιογένεια των απόψεων και των αντιλήψεων. Τακτικές συναντήσεις μεταξύ του Αρχηγού και των δόκιμων Γενικών Επιτελών εξυπηρετούσαν τον σκοπό αυτό.

Τα επιτεύγματα του σώματος των αξιωματικών «στο Γενικό Επιτελείο» κατά τον Β΄ Π.Π. είναι απόδειξη ότι αυτή η διαδικασία επιλογής ήταν σωστή και ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να γίνει στην ειρήνη ώστε να επιλέγονται οι καταλληλότερες προσωπικότητες. Οι αδυναμίες χαρακτήρα που παρουσίασαν κάποιοι δεν απέδειξαν το αντίθετο. Όλοι όσοι εμπλέκονταν με τη διαδικασία είχαν την τάση να αναζητούν εκείνους τους αξιωματικούς που δεν ήταν κατάλληλοι για να τους αποκλείσουν στα διάφορα στάδια αυτής της διαδικασίας. Εγώ δεν θα μπορούσα να προτείνω μία καλύτερη διαδικασία από αυτήν που χρησιμοποιούσαμε τότε. Η αρχή της επιλογής ήταν η εξής: χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική καταγωγή, η οικονομική επιφάνεια ή οι διασυνδέσεις ο καλύτερος αξιωματικός ήταν αυτός που θα εισέρχονταν στο σώμα και εκεί θα τοποθετούνταν στη θέση που θα μπορούσε να προσφέρει τα περισσότερα. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τις εξετάσεις αλλά και στη Σχολή Πολέμου όλοι οι αξιωματικοί είχαν την αίσθηση ότι η διαδικασία ήταν δίκαια. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι κακές κρίσεις υπήρξαν σε ικανούς μαθητές που απορρίφθηκαν από τη Σχολή επειδή αντιμετώπισαν την εχθρότητα του αρχηγού της ΕΟ. Οι αξιωματικοί που κατάφερναν να εισέλθουν στο σώμα σε σχέση με αυτούς που αρχικά είχαν συμμετάσχει στις εξετάσεις ήταν γύρω στο 5-7%. Το ποσοστό αυτό βέβαια εξαρτιόνταν και από τις ανάγκες που είχε κάθε χρόνο ο στρατός.


Σημειώσεις

[1] ΕΕ 101-1A, σ. Α-6.

[2] ό.π. σ. Α-7.

[3] ό.π. σ. 93.

[4] ό.π. σ. Α-6.

[5] ό.π. σ. Α-7.

[6] ό.π.

[7] Η Γερμανία ήταν χωρισμένη για επιστρατευτικούς λόγους σε 13 Στρατιωτικές Περιοχές που οι διοικήσεις τους ισοδυναμούσαν με σχηματισμό επιπέδου ΣΣ.


Βιβλιογραφία

Behrendsen, Fritz. (1949). «Training and Development of German General Staff Officers, Vol. XXII». MS P-031a. U.S. Army, Europe, Historical Division.

ΕΕ 101-1A (ΣΚ 30-1). «Η Σχεδίαση στον Στρατό Ξηράς», ΓΕΣ/ΔΙΣΧΕΑ/2012.

Reinhardt, Hellmuth. (1954). «Size and Composition of Divisional and Higher Staffs in the German Army». MS P-139. U.S. Army, Europe, Historical Division.

Stolfi, R.H.S. (2003). German Panzers on the Offensive. Atglen, PA: Schiffer Military History.

Zabecki, David T. (2008). Chief of Staff: The Principal Officers Behind History’s Great Commanders. Annapolis: Naval Institute Press.