Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Απάτσι στον Αμερικανικό Στρατό: Από τη Βαθειά Κρούση στην Εγγύς Επίθεση

ΑΗ-64E


Η επιχειρησιακή χρησιμοποίηση του επιθετικού ελικοπτέρου (ΕΕ/Π) «Απάτσι» από τον αμερικανικό στρατό.


Η «Αεροχερσαία Μάχη» 

Από την τελετή παρουσίασης του Απάτσι το 1983 
στη Mesa της Αριζόνα.
Μετά τον Πόλεμο στο Βιετνάμ ο αμερικανικός στρατός έστρεψε την προσοχή του στην προετοιμασία για το κύριο μέτωπο αντιπαράθεσης με τους Σοβιετικούς, την Κεντρική Ευρώπη. Το 1982 εξέδωσε το εγχειρίδιο FM 100-5 «Operations» όπου περιέγραφε τον νέο τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε να νικήσει τις στρατιές του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ο αμερικανικός στρατός αποκάλεσε τη νέα του προσέγγιση «Αεροχερσαία Μάχη» και με αυτήν επεδίωκε ταυτόχρονα με τον αγώνα στην κύρια αμυντική τοποθεσία να ενεργήσει σε μεγάλο βάθος και να διαμορφώσει (Shaping Operations) το β΄ κλιμάκιο των σοβιετικών δυνάμεων πριν αυτό επιδράσει στον αγώνα που γινόταν μπροστά.

Ο αμερικανικός στρατός επιθυμούσε να έχει το δικό του εναέριο μέσο με το οποίο θα διεξήγαγε τη βαθιά μάχη. Το μέσο αυτό ήταν το ΕΕ/Π ΑΗ-64A Απάτσι. Οι στόχοι για το Απάτσι θα ήταν άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα σε βάθος μέχρι και 150 χλμ. από τη Γραμμή Επαφής. Η Εγγύς Αεροπορική Υποστήριξη (ΕΑΥ) των χερσαίων τμημάτων θα εξασφαλίζονταν από τα αεροσκάφη Α-10 της αμερικανικής αεροπορίας. Με άλλα λόγια η ΕΑΥ δεν ήταν αποστολή των Απάτσι.

Σε αυτό το πνεύμα το εγχειρίδιο FM 1-100 «Combat Aviation Operations», του 1983, ανέγραφε ότι «ο βασικός σκοπός των ΕΕ/Π είναι η καταστροφή εχθρικών μηχανοκίνητων δυνάμεων» και το προτιμώμενο κλιμάκιο εμπλοκής τους ήταν το Τάγμα ΕΕ/Π (ΤΕΕ/Π).

Όμως, ενώ ο βασικός στόχος των Απάτσι ήταν τα σοβιετικά άρματα μάχης, ΤΟΜΠ και ΤΟΜΑ η βασική απειλή εναντίον τους ήταν τα συστήματα της σοβιετικής αεράμυνας. Εισχωρώντας στον εχθρικό χώρο τα Απάτσι θα κινδύνευαν από όλα τα αυτόματα όπλα που βρίσκονταν στα χέρια των ανδρών ή πάνω σε οχήματα. Στη συνέχεια, από τους φορητούς Α/Α πυραύλους SA-7 Grail που βρίσκονταν σε κάθε σοβιετικό μηχανοκίνητο λόχο πεζικού. Το αυτοκινούμενο Α/Α πυροβόλο ZSU-23-4 Shilka πιθανόν να συνιστούσε τη μεγαλύτερη απειλή για τα Απάτσι. Τουλάχιστον μία πυροβολαρχία με τέσσερα Shilka υπήρχε σε κάθε μηχανοκίνητο σύνταγμα πεζικού ή σύνταγμα αρμάτων του σοβιετικού στρατού. Επίσης, στο επίπεδο του συντάγματος, υπήρχαν οι Α/Α πύραυλοι SA-9 Gaskin και SA-13 Gopher εγκαταστημένοι σε οχήματα. Τέλος, στο επίπεδο της μεραρχίας υπήρχαν οι μεγαλύτερου βεληνεκούς SA-6 Gainful και SA-8 Gecko.

ZSU-23-4
Σοβιετικό ZSU-23-4 ακολουθούμενο από ZSU-57-2.

Είχαν τη δυνατότητα τα πληρώματα των Απάτσι να διαπεράσουν την πολυστρωματική σοβιετική αεράμυνα; Αυτή είναι μία ερώτηση που ευτυχώς δεν απαντήθηκε τη δεκαετία του 1980.

Επιχείρηση «Just Cause»

Τα Απάτσι πήραν το βάπτισμα του πυρός στην Επιχείρηση «Just Cause» στον Παναμά, τον Δεκέμβριο του 1989. Εκεί, φυσικά, δεν χρησιμοποιήθηκαν με αποστολή τη βαθιά κρούση αλλά την υποστήριξη των αλεξιπτωτιστών της 82ης Αεραποβατικής Μεραρχίας.

ΕΕ/Π Απάτσι και εξοπλισμένα ελικόπτερα ΟΗ-58A/C Kiowa εκτέλεσαν εγγύς επιθέσεις (CCA Close Combat Attack) παρέχοντας υποστήριξη ακόμη και μέσα σε κατοικημένες περιοχές.

Επιχείρηση «Desert Storm»

Η πρώτη φορά που τα Απάτσι έλαβαν αποστολή να διενεργήσουν επίθεση σε βάθος ήταν κατά την έναρξη της Επιχείρησης «Desert Storm», στις 17 Ιανουαρίου 1991, όταν οχτώ Απάτσι επιτέθηκαν εναντίον θέσεων ιρακινών ραντάρ για να ανοίξουν τον δρόμο στα βομβαρδιστικά της αεροπορίας. Βέβαια, η ενέργεια εκείνη ήταν μία επιδρομή εναντίον σταθερών θέσεων και όχι οι επιθέσεις που είχε οραματιστεί η Αεροχερσαία Μάχη.

Τα Απάτσι που συμμετείχαν στην ενέργεια αυτή προέρχονταν από το 1ο Τάγμα του 101ου Συντάγματος Αεροπορίας Στρατού (ΑΣ) της 101ης Αεραποβατικής Μεραρχίας. Η αποστολή αυτή ήταν και η μόνη επιτυχημένη που διεξήγαγαν Απάτσι πέρα από το βεληνεκές του μεραρχιακού πυροβολικού.

Στο υπόλοιπο του πολέμου τα Απάτσι εκτέλεσαν αποστολές επιθετικής αναγνώρισης, ασφάλειας και εγγύς επιθέσεις (CCA) σε αποστάσεις που δεν ξεπερνούσαν τα 30 χλμ. από τις φίλιες χερσαίες δυνάμεις.

Σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού GAO στον Α΄ Πόλεμο του Κόλπου αναπτύχθηκαν 274 ΕΕ/Π Απάτσι. Αυτά κατέστρεψαν:
  • 278 άρματα μάχης,
  • 235 τεθωρακισμένα οχήματα,
  • 121 πυροβόλα,
  • 302 τροχοφόρα οχήματα,
  • 106 οχυρά ή κτίρια και
  • 131 άλλους στόχους (στην έκθεση αναφέρεται ότι δεν είναι ξεκάθαρο για κάποιους από τους στόχους εάν η καταστροφή τους έχει πιστωθεί και σε άλλα μέσα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων).
Το ποσοστό ευστοχίας των πυραύλων Hellfire κυμάνθηκε στο 76%. Συνολικά, τα Απάτσι εκτέλεσαν 652 εξόδους και πέταξαν 83 αποστολές, από τις οποίες 34 ήταν αποστολές επίθεσης, 35 αποστολές ένοπλης αναγνώρισης και 14 άλλου τύπου. Η εκτίμηση που υπήρχε τότε ήταν ότι τα Απάτσι, τελικά, πέταξαν λίγες αποστολές. Αυτό, σύμφωνα με την έκθεση, οφείλονταν στους παρακάτω λόγους:

Πριν την έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων
  • Η ιρακινή αεράμυνα θεωρούνταν σημαντική απειλή για τα Απάτσι και η αμερικανική διοίκηση επιθυμούσε να έχει τις λιγότερες δυνατές απώλειες.
  • Η αμερικανική διοίκηση επιθυμούσε να αποκρύψει τον χερσαίο ελιγμό της στο δυτικό πλευρό της ιρακινής διάταξης και θεωρήθηκε ότι η χρήση των Απάτσι θα αποκάλυπτε τον σχεδιασμό.
Μετά την έναρξη των χερσαίων επιχειρήσεων
  • Οι χερσαίοι διοικητές στους οποίους υπάγονταν οι μονάδες των Απάτσι επέλεξαν να μην τις χρησιμοποιήσουν περισσότερο.
  • Ο στρατός δεν είχε την ελευθερία να χρησιμοποιήσει τα Απάτσι οπουδήποτε ήθελε εξαιτίας των συντονισμών που είχαν γίνει με την αεροπορία.
Μόλις οχτώ Απάτσι χτυπήθηκαν από εχθρικά πυρά και από αυτά μόνο ένα καταστράφηκε, από Α/Α πυροβόλο μεγάλου διαμετρήματος. Από τα άλλα εφτά ένα χτυπήθηκε από θραύσμα πυραύλου και τα υπόλοιπα έξι από πυρά όπλων μικρού διαμετρήματος. Το Απάτσι απέδειξε την επιβιωσιμότητα του καθώς κανένας πιλότος δεν σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Σε ότι αφορά το δόγμα το πνεύμα της Αεροχερσαίας Μάχης παρέμεινε ισχυρό παρά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στο εγχειρίδιο FM 1-112/1991 «Attack Helicopter Operations», που διαδέχτηκε το FM 1-100/1983, αναγράφονταν ότι τα ΤΕΕ/Π θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται μαζικά εναντίον τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων δυνάμεων και ότι τα ΕΕ/Π δεν θα πρέπει να εμπλέκονται τμηματικά ως ζευγάρια αεροσκαφών που ανταποκρίνονται σε επείγουσες κλήσεις για παροχή υποστήριξης. Ακόμη και η επόμενη έκδοση του 1997 ήταν στο ίδιο πνεύμα. Όμως, στο κοντινό μέλλον, ο αμερικανικός στρατός θα αντιμετώπιζε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που είχε περιγράψει η Αεροχερσαία Μάχη και ο τρόπος χρήσης των Απάτσι θα ήταν ακριβώς αυτός που αναφέρονταν ως μη ενδεδειγμένος.

Βοσνία – Ερζεγοβίνη

Στο πλαίσιο των Επιχειρήσεων «Joint Endeavour» και «Joint Guard» ΕΕ/Π Απάτσι αναπτύχθηκαν από τον Απρίλιο του 1996 στη Βοσνία και εκτέλεσαν αποστολές αναγνώρισης – επιτήρησης. 

Επιχείρηση «Allied Force»

Το 1999 ο αμερικανικός στρατός συγκρότησε την Task Force HAWK, στην Αλβανία, για να χρησιμοποιηθεί εναντίον των σερβικών δυνάμεων κατά την Επιχείρηση «Allied Force». Τα Απάτσι της δύναμης αυτής προέρχονταν από το 11ο Σύνταγμα ΕΕ/Π. Η Task Force HAWK τελικά δεν συμμετείχε στις επιχειρήσεις, όμως το 11ο Σύνταγμα έχασε δύο Απάτσι και δύο πιλότους εξαιτίας ατυχημάτων κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικών ασκήσεων.

Ένα από τα Απάτσι της Task Force HAWK που κατέπεσαν στην Αλβανία.

Έχει ενδιαφέρον εδώ να αναφερθούν τα κριτήρια ματαίωσης της αποστολής (NO GO) που αναπτύχθηκαν από την Task Force HAWK για τις σχεδιαζόμενες αποστολές των Απάτσι. Τα κριτήρια αυτά ήταν:
  • Ο στόχος δεν έχει εγκριθεί.
  • Η δοκιμή της αποστολής δεν έχει ολοκληρωθεί.
  • Κρίσιμες επικοινωνίες δεν λειτουργούν.
  • Οι πληροφορίες για την κατάσταση του στόχου και της Περιοχής Εμπλοκής (ΠΕ) είναι παλαιότερες των τεσσάρων ωρών από τον χρόνο απογείωσης των ελικοπτέρων.
  • Η δυνατότητα καταστολής της εχθρικής αεράμυνας κατά τη διαδρομή προς τον στόχο και στην ΠΕ δεν είναι διαθέσιμη.
  • Βάση νεφών κάτω των χιλίων ποδών και ορατότητα δύο μιλίων.
  • Η Έρευνα και Διάσωση στο Πεδίο της Μάχης (CSAR) δεν έχει εγκριθεί από το Συνδυασμένο Κέντρο Αεροπορικών Επιχειρήσεων (CAOC).
  • Η Αποκλειστική Ζώνη Επιχειρήσεων (Restricted Operating Zone - ROZ) δεν έχει εγκριθεί από το CAOC.
Επιχείρηση «Enduring Freedom»

Στο Αφγανιστάν το 2001, όταν τα πρώτα οχτώ Απάτσι, του 3-101 Τάγματος ΑΣ, κατέφθασαν στο θέατρο των επιχειρήσεων ο χώρος ενεργείας τους ήταν και πάλι πολύ διαφορετικός από αυτόν που είχε οραματιστεί η Αεροχερσαία Μάχη.

Στο πρώτο στάδιο του πολέμου η χερσαία αμερικανική ενέργεια είχε τη μορφή ομάδων ειδικών δυνάμεων που κατεύθυναν αεροπορικές προσβολές. Όμως, παρά την κατάληψη της Καμπούλ από τη «Βόρεια Συμμαχία», ο εχθρός αποδεικνύονταν σκληρό καρύδι και η ανάγκη για μάχιμα τμήματα στο έδαφος μεγάλωνε. Στα μέσα Ιανουαρίου του 2002 άρχισαν να περιέρχονται πληροφορίες στους Αμερικανούς ότι εχθρικές δυνάμεις συγκεντρώνονταν στην Κοιλάδα Shah-i-kot, περίπου 80 μίλια ΝΑ της Καμπούλ. Η Κοιλάδα βρίσκεται σε υψόμετρο 7.500 ποδών, έχει μήκος πέντε μίλια και πλάτος δυόμιση. Κυκλώνεται δε από ψηλά βουνά και είναι φύση ισχυρή τοποθεσία.

Η αμερικανική εκτίμηση ήταν ότι στην Κοιλάδα υπήρχαν 200-300 μαχητές με όπλα μικρού διαμετρήματος και ότι στα τέσσερα χωριά της Κοιλάδας ζούσαν 800-1.000 άνθρωποι. Στην πραγματικότητα υπήρχαν 700-1.000 αντάρτες με βαρύτερο οπλισμό, οι οποίοι κατά βάση ήταν εγκατεστημένοι στις βουνοπλαγιές γύρω από την Κοιλάδα με εξαίρετα πεδία βολής.

Οι Αμερικανοί είδαν την ευκαιρία να εξοντώσουν ένα σημαντικό τμήμα του εχθρού κι έτσι η σχεδιαζόμενη επιχείρηση ονομάστηκε «Ανακόντα», με την έννοια ότι ο αντίπαλος θα περισφίγγονταν μέχρι να λιώσει. Η Επιχείρηση «Ανακόντα» θα ήταν η μεγαλύτερη αμερικανική μάχη μέχρι τότε στο Αφγανιστάν.

Στην Επιχείρηση θα συμμετείχαν περίπου 600 Αμερικανοί στρατιώτες από τη 10η Ορεινή και την 101η Αεραποβατική Μεραρχία, 400 Αφγανοί στρατιώτες και 200 άνδρες των ειδικών δυνάμεων. Οι αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις δεν είχαν καθόλου τεθωρακισμένα ή πυροβολικό και θα στηρίζονταν στην υποστήριξη από αέρος.

Η Επιχείρηση ξεκίνησε στις 2 Μαρτίου 2002. Η πρώτη μορφή παρουσίας του αμερικανικού στρατού στην Κοιλάδα είχε σχεδιαστεί να είναι έξι από τα οχτώ Απάτσι που υπήρχαν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Από αυτά ένα δεν απογειώθηκε λόγω τεχνικών προβλημάτων αλλά τα υπόλοιπα πέντε έφτασαν στην Κοιλάδα με σκοπό να ενεργήσουν επιθετική αναγνώριση και να καταστρέψουν τα ομαδικά όπλα που τυχόν θα ανακάλυπταν. Μετά την άφιξη των Αμερικανών στρατιωτών θα παρέμεναν στην περιοχή για να τους υποστηρίξουν. Είχε σχεδιαστεί να παραμείνουν πάνω από την Κοιλάδα συνολικά για δυόμιση ώρες.

Με την άφιξη τους τα Απάτσι άρχισαν να δέχονται πυρά τυφεκίων, πολυβόλων και RPG. Έτσι μετά από ενενήντα λεπτά τα δύο από τα πέντε ήταν αρκετά χτυπημένα ώστε να πρέπει να αποχωρήσουν. Τα άλλα τρία παρέμειναν μέχρις ότου εξαντλήθηκαν τα καύσιμα τους. Στη συνέχεια αποχώρησαν για να ανεφοδιαστούν και επέστρεψαν ενισχυμένα με τα άλλα δύο Απάτσι που δεν είχαν εμπλακεί από την αρχή. Και σε αυτή την περίπτωση το Απάτσι απέδειξε την επιβιωσιμότητα του καθώς τα ελικόπτερα κατάφερναν να γυρίσουν παρά τα πολλά πλήγματα από σφαίρες που μετρούσαν οι τεχνικοί (ένα Απάτσι μάλιστα δέχτηκε πλήγμα RPG στο ρύγχος). 

Οι δυνάμεις των ανταρτών δεν είχαν, φυσικά, προηγμένα συστήματα αεράμυνας όπως οι σοβιετικές δυνάμεις ή ο σερβικός στρατός. Στηρίζονταν στον μεγάλο όγκο πυρός που μπορούσαν να εκπέμψουν τα αυτόματα όπλα τους και στα RPG. Οι πιλότοι των Απάτσι εκπαιδεύονταν να εμπλέκουν τους στόχους από το τελευταίο 1/3 του βεληνεκούς των όπλων τους για να βρίσκονται έξω από την εμβέλεια των όπλων μικρού διαμετρήματος. Όμως, οι εγγύς επιθέσεις (CCA) όταν οι φίλιες δυνάμεις είναι στενά εμπεπλεγμένες με τις εχθρικές αντιμετωπίζουν προβλήματα θετικής αναγνώρισης των στόχων, με αποτέλεσμα τα Απάτσι να πρέπει να πλησιάζουν σε πολύ μικρότερες αποστάσεις για να αποφευχθούν τα αδελφοκτόνα πυρά. Αυτό φυσικά τα εξέθετε στα πυρά ελαφρότερων όπλων.

Απάτσι στο αεροδρόμιο της Κανταχάρ.

Όσο ο πόλεμος στο Αφγανιστάν τραβούσε τόσα περισσότερα Απάτσι εισέρχονταν στο θέατρο των επιχειρήσεων για να υποστηρίξουν την Επιχείρηση «Enduring Freedom». Οι αποστολές τους, κατά βάση, ήταν επιθετική αναγνώριση και εγγύς επιθέσεις (CCA). Η ανάγκη για επιθετική αναγνώριση προέρχονταν από ένα μόνιμο έλλειμμα πληροφοριών που υπήρχε για τις θέσεις του εχθρού. Τα Απάτσι παρείχαν στους χερσαίους διοικητές πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Επιπλέον, τους παρείχαν πρόσβαση σε ένα μέσο άμεσης υποστήριξης που τους επέτρεπε να μην βασίζονται αποκλειστικά στις περισσότερο χρονοβόρες αιτήσεις ΕΑΥ που έπρεπε να περάσουν από τον Διασυμμαχικό Αεροπορικό Διοικητή.

Επιχείρηση «Iraqi Freedom»

Με την έναρξη της Επιχείρησης «Iraqi Freedom», στις 21 Μαρτίου 2003, είχε σχεδιαστεί το 11ο Σύνταγμα ΕΕ/Π να επιτεθεί στην ιρακινή 11η Μεραρχία Πεζικού που βρίσκονταν στην An Nasiriyah εγγύς των συνόρων. Η ενέργεια αυτή ματαιώθηκε, λόγω κακών καιρικών συνθηκών, αφότου τα ελικόπτερα είχαν ήδη απογειωθεί. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ώστε τα Απάτσι να χρησιμοποιηθούν για πρώτη φορά για τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκαν. Πιο συγκεκριμένα, το αμερικανικό V Σώμα Στρατού αποφάσισε όπως μία δύναμη τριών ΤΕΕ/Π να επιτεθεί σε βάθος για να καταστρέψει την ιρακινή Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Medina» ώστε να διαμορφωθεί το πεδίο της μάχης κατάλληλα και να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη διέλευση της αμερικανικής 3ης Μεραρχίας Πεζικού από τη διάβαση της Καρμπάλα.

Η επιχείρηση αυτή που διεξήχθη από το 11ο Σύνταγμα ΕΕ/Π, τη νύχτα 23/24 Μαρτίου 2003, έχει περιγραφεί αναλυτικά εδώ. Αρκεί να πούμε ότι η επιχείρηση απέτυχε γιατί αφενός μεν ο εχθρός δεν εντοπίσθηκε, οπότε και δεν δέχθηκε επίθεση, αφετέρου δε ένα Απάτσι κατέπεσε κατά την απογείωση, ένα Απάτσι καταρρίφθηκε από εχθρικά πυρά και όλα τα υπόλοιπα υπέστησαν τέτοιες βλάβες που τα υποχρέωσαν, σταδιακά, να εγκαταλείψουν την αποστολή.

Η κατάσταση ενός από τα Απάτσι που χτυπήθηκε από τα ιρακινά πυρά τη νύχτα 23/24 Μαρτίου 2003.

Μερικές ημέρες αργότερα, στις 28 Μαρτίου, δύο ΤΕΕ/Π, με Απάτσι, της 101ης Αεραποβατικής Μεραρχίας επιτέθηκαν σε βάθος για να καταστρέψουν την 14η Ταξιαρχία της «Medina». Για άλλη μία φορά ο εχθρός ουσιαστικά δεν εντοπίστηκε με αποτέλεσμα τα δύο ΤΕΕ/Π να καταστρέψουν συνολικά τέσσερα ιρακινά άρματα μάχης και δύο ΤΟΜΠ. Τα Απάτσι δεν υπέστησαν απώλειες κατά την ενέργεια, όμως δύο ελικόπτερα κατέπεσαν κατά την απογείωση. Και αυτή η επιχείρηση έχει περιγραφεί αναλυτικά εδώ.

Μετά από αυτή την εμπειρία ο αμερικανικός στρατός διαπίστωσε ότι οι αντίπαλοι του μπορούσαν να προσαρμόζονται στις τακτικές του και ότι η εκτέλεση από τα ΕΕ/Π της βαθιάς επίθεσης απαιτούσε λεπτομερείς πληροφορίες στην περιοχή των στόχων και καταστολή όλων των όπλων αεράμυνας, σε όλο το μήκος της διαδρομής, που θα μπορούσαν να θέσουν τα ΕΕ/Π σε κίνδυνο.

Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι σε αντίθεση με το 11ο Σύνταγμα ΕΕ/Π που ήταν όργανο του V Σώματος και με το οποίο το Σώμα επεδίωξε να διεξάγει τη βαθιά του μάχη, στο ίδιο χρονικό διάστημα το 1-3 Τάγμα ΑΣ, που ήταν το οργανικό ΤΕΕ/Π της 3ης Μεραρχίας Πεζικού, ήταν πολύ πιο επιτυχημένο προσβάλλοντας στόχους εγγύς των θέσεων της Μεραρχίας.

Για το υπόλοιπο των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράκ τα Απάτσι επέστρεψαν στον γνώριμο ρόλο της εγγύς επίθεσης (CCA) επ΄ ωφελεία χερσαίων τμημάτων που βρίσκονταν σε στενή εμπλοκή με τον εχθρό. Η εμπειρία από αυτέ τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την αντίστοιχή από το Αφγανιστάν, κατέδειξε ότι είχαν περάσει οι μέρες που τα Απάτσι καταλάμβαναν μία θέση μάχης, αιωρούνταν, και ενέπλεκαν τους εχθρικούς στόχους. Διαπιστώθηκε ότι τα ελικόπτερα ήταν εξαιρετικά ευάλωτα σε αιώρηση και ότι μόνο κινούμενα θα έπρεπε να επιτίθενται στις εχθρικές θέσεις (attack runs).

Στο επίπεδο του δόγματος το εγχειρίδιο FM 3-04.126 «Attack Reconnaissance Helicopter Operations» αντικατέστησε, το 2007, το εγχειρίδιο FM 1-112/1997 «Attack Helicopter Operations». Οι εμπειρίες του αμερικανικού στρατού αυτά τα δέκα χρόνια βρήκαν τη θέση τους και στο σχετικό εγχειρίδιο. Έτσι, ενώ στο εγχειρίδιο του 1997 αναγράφονταν ότι το ΤΕΕ/Π εμπλέκεται συνήθως ως τάγμα (σ. 1-1) στο εγχειρίδιο του 2007 αναφέρεται ότι ο Λόχος ΕΕ/Π θα πρέπει να είναι έτοιμος να πολεμήσει είτε ως μέρος του ΤΕΕ/Π, είτε ανεξάρτητα, είτε ως μέρος μιας διακλαδικής αεροπορικής δύναμης. Επιπλέον, στο εγχειρίδιο του 2007 υπάρχει ξεχωριστό τμήμα (Κεφ. 3, τμήμα 10) που αναφέρεται στη χρήση του ΛΕΕ/Π ως τμήματος άμεσης αντίδρασης (QRF), κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως.

Στο εγχειρίδιο του 1997 αναφέρεται ότι το ΤΕΕ/Π διεξάγει επιχειρήσεις σε βάθος που επιτρέπουν στον διοικητή του σώματος στρατού ή της μεραρχίας να επηρεάσει τις επιχειρήσεις εγγύς επιδρώντας σε εχθρικές δυνάμεις που ακόμη δεν έχουν λάβει επαφή με τις φίλιες (σ. 1-2). Στο εγχειρίδιο του 2007 η βαθιά επίθεση αναφέρεται ως επίθεση προς απομόνωση του πεδίου της μάχης (Interdiction Attack, σ. 3-63) και θεωρείται σαφώς διακλαδική ενέργεια.

Από την εμπειρία της 23ης Μαρτίου ο αμερικανικός στρατός διαπίστωσε ότι το Απάτσι δεν επιβάλλεται να πετάξει μακριά απλώς και μόνο επειδή μπορεί να το κάνει. Η έλλειψη πληροφοριών μετατρέπει τη βαθιά επίθεση σε κίνηση προς λήψη επαφής. Η αβεβαιότητα της κατάστασης επιβάλλει το βάθος της επίθεσης των ΕΕ/Π να μην ξεπερνά το βεληνεκές του πυροβολικού αμέσου υποστηρίξεως της μεραρχίας. Ουσιαστικά, η ανάγκη των ΕΕ/Π για υποστήριξη από πυρά που θα καταστείλουν την εχθρική αεράμυνα θέτει και το όριο της βαθιάς τους επίθεσης. Σε αποστάσεις που ξεπερνούν τα 100 χλμ. ο χρόνος πτήσης των ATACMS είναι περίπου δέκα λεπτά. Διαπιστώθηκε ότι ο χρόνος αυτός είναι τεράστιος όταν τα ελικόπτερα δέχονται έντονα πυρά.

Ο κοινός τόπος στον αμερικανικό στρατό μετά το 2003 είναι ότι οι εξελίξεις στον τομέα των αεροσκαφών σταθερών πτερύγων και των Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών (ΜΕΑ) οδηγούν την ΑΣ να εστιάσει στις αποστολές εγγύς επίθεσης (CCA).

CCA vs CAS

Μέχρι τώρα αναφέρθηκε ότι τα Απάτσι, σύμφωνα με την ορολογία του αμερικανικού στρατού, εκτελούν εγγύς επιθέσεις (CCA Close Combat Attack) και όχι ΕΑΥ (CAS Close Air Support). Παρακάτω θα δούμε συνοπτικά ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις δύο ενέργειες.

Οι ορισμοί που δίνονται για την ΕΑΥ και την εγγύς επίθεση είναι:

Η ΕΑΥ (CAS) είναι ενέργεια από τον αέρα εναντίον εχθρικών στόχων που βρίσκονται εγγύς φιλίων δυνάμεων και απαιτεί λεπτομερή συντονισμό με τα πυρά και τον ελιγμό των δυνάμεων αυτών (JP 1-02/2010, σ. 54). Η ΕΑΥ γίνεται αντιληπτή ως έμμεσα πυρά από αεροσκάφη πλησίον φίλιων δυνάμεων. Αυτός που καλεί αυτά τα πυρά έχει και την ευθύνη για την αποτελεσματικότητα τους. Η ενέργεια αυτή απαιτεί τελικό έλεγχο από ελεγκτή στο έδαφος.

Η εγγύς επίθεση (CCA) είναι εσπευσμένη ή προετοιμασμένη επίθεση από αεροσκάφη της ΑΣ που παρέχουν εναέρια πυρά υπέρ φιλίων τμημάτων που είναι εμπεπλεγμένα σε εγγύς μάχη. Λόγω της εγγύτητας με τις φίλιες δυνάμεις απαιτείται λεπτομερής συντονισμός με αυτές (FM 3-04.126/2007, σ. 1-4). Η εγγύς επίθεση γίνεται αντιληπτή ως άμεσα πυρά, την ευθύνη των οποίων έχουν τα πληρώματα των αεροσκαφών που τα εκτελούν. Η ενέργεια αυτή δεν απαιτεί τελικό έλεγχο από ελεγκτή στο έδαφος.

Η διαδικασία της υποστήριξης με ΕΕ/Π στην αμερικανική μεραρχία

Έχοντας υπόψη ότι η αμερικανική μεραρχία έχει οργανική μία ταξιαρχία ΑΣ θα εξετάσουμε τη διαδικασία με την οποία τα ΕΕ/Π ενσωματώνονται στον ελιγμό των τμημάτων στο έδαφος (ή με άλλα λόγια παρέχουν υποστήριξη σε αυτά).

Σε κάθε αμερικανική ταξιαρχία ελιγμού (BCT Brigade Combat Team) υφίσταται ένα Στοιχείο ΑΣ της Ταξιαρχίας (BAE Brigade Aviation Element), οργανικό της ταξιαρχίας. Το Στοιχείο αυτό αποτελείται από έναν αξιωματικό της ΑΣ (BAO Brigade Aviation Officer), ο οποίος το διοικεί, έναν αξιωματικό σχεδίων, έναν αξιωματικό και έναν υπαξιωματικό τρεχουσών επιχειρήσεων και έναν υπαξιωματικό ειδικό στις επικοινωνίες. Στη διάρκεια επιχειρήσεων το στοιχείο αυτό έφτασε να αποτελείται μέχρι και από δώδεκα άτομα όταν η 24ώρη λειτουργία του ήταν απαραίτητη και έπρεπε να σχηματιστούν βάρδιες.

Η Λοχίας Annia Rowe, ειδικός στις επικοινωνίες στο ADAM 
Cell της 3ης Ταξιαρχίας, της 25ης Μεραρχίας Πεζικού.
To Στοιχείο ΑΣ της Ταξιαρχίας έχει ενσωματωθεί με το στοιχείο αεράμυνας - διαχείρισης του εναέριου χώρου (ADAM - Air Defense Air Management) σε ένα κοινό κέντρο που είναι γνωστό ως ADAM/BAE Cell. To ADAM/BAE Cell έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ψηφιακά την αεροπορική κοινή επιχειρησιακή εικόνα (COP Common Operating Picture) του θεάτρου επιχειρήσεων.

Επιστρέφουμε στη διαδικασία της υποστήριξης. Το χερσαίο τμήμα ελιγμού που επιθυμεί να υποστηριχθεί από ΕΕ/Π διαβιβάζει το αίτημα του στο Στοιχείο ΑΣ της Ταξιαρχίας. Αυτό την επεξεργάζεται και την υποβάλλει στο τμήμα ΑΣ του 3ου Γραφείου της μεραρχίας. Το τμήμα ΑΣ του 3ου Γραφείου της μεραρχίας φροντίζει για τον συντονισμό των αιτήσεων των ταξιαρχιών και αφού επεξεργαστεί την αίτηση την αποστέλλει στην ταξιαρχία ΑΣ της μεραρχίας για εκτέλεση. Η ταξιαρχία ΑΣ αναθέτει την αποστολή σε κάποιο ΤΕΕ/Π ή σχηματίζει κάποια Task Force που θα την εκτελέσει. Ο τυπικός χρόνος για τον κύκλο ενεργειών που προαναφέρθηκε είναι 48 – 72 ώρες.

Το Στοιχείο ΑΣ της Ταξιαρχίας έχει κρίσιμο ρόλο στην όλη διαδικασία και η βασική του φροντίδα είναι να ενσωματώνονται κατά τον καλύτερο τρόπο οι δυνατότητες της ΑΣ στην ενέργεια που σχεδιάζει κάθε φορά η ταξιαρχία ελιγμού. Πέραν αυτού στην αμερικανική ταξιαρχία ελιγμού υφίστανται οι ομάδες συνδέσμου ΑΣ, τις οποίες θα βρούμε είτε στο κέντρο επιχειρήσεων της ταξιαρχίας, είτε στους σταθμούς διοικήσεως των μονάδων της και οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνεχή και αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των μονάδων ελιγμού και της ΑΣ ώστε η μία πλευρά να είναι ενημερωμένη για τις προθέσεις και την κατάσταση της άλλης.

Όταν συγκεκριμένο ΤΕΕ/Π της ταξιαρχίας ΑΣ της μεραρχίας δίνεται από τη μεραρχία προς άμεση υποστήριξη συγκεκριμένης ταξιαρχίας ελιγμού τότε το Στοιχείο ΑΣ της Ταξιαρχίας, αφού ενημερώσει τον αξιωματικό επιχειρήσεων της ταξιαρχίας ΑΣ, αναθέτει την αποστολή κατευθείαν στη συγκεκριμένη μονάδα ΕΕ/Π. Αυτή η διαδικασία ισχύει και όταν διατίθενται μικρότερα τμήματα ΕΕ/Π προς άμεση υποστήριξη συγκεκριμένης ταξιαρχίας ελιγμού. 

Το Απάτσι Guardian

Απάτσι και Grey Eagle στη Νότια Κορέα το 2015. 

Το AH-64E Guardian αποτελεί την τελευταία έκδοση του Απάτσι, η οποία μέχρι το 2012 αναφέρονταν ως AH-64D Block III. Ο αμερικανικός στρατός έχει σκοπό να αναβαθμίσει 634 Απάτσι της έκδοσης «D» στην έκδοση «Ε» και να κατασκευάσει 56 καινούρια.

Τα Απάτσι Guardian διαθέτουν σειρά βελτιώσεων. Οι κινητήρες Τ700-GE-701D έχουν ισχύ 1.994 ίππων και αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι στο Απάτσι «D» με την προσθήκη του ραντάρ APG-78 το βάρος αυξήθηκε κατά 15% χωρίς να αυξηθεί και η εγκαταστημένη ισχύς. Ως αποτέλεσμα της προηγούμενης παρέμβασης αναβαθμίστηκε και το σύστημα μετάδοσης. Η ταχύτητα του ελικοπτέρου έχει φτάσει τα 300 χαω. ενώ αναφέρεται ότι μπορεί να πετά πάνω από την περιοχή ενδιαφέροντος για 57% περισσότερο χρόνο.

Το Guardian διαθέτει νέες προβλέψεις για την επιβιωσιμότητα του πληρώματος καθώς και νέα συνθετικά φύλλα έλικας με αυξημένη αντοχή στα εχθρικά πυρά. Κυρίως όμως ο συγκυβερνήτης έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και να λαμβάνει δεδομένα από ένα ΜΕΑ MQ-1C Grey Eagle. Αυτό επιτρέπει στο πλήρωμα του Απάτσι να παρατηρεί το πεδίο της μάχης πριν φτάσει σε αυτό, να παραμένει καλυμμένο μέχρι το Grey Eagle να αποκαλύψει στόχους ή με τηλεχειρισμό να βάλλει τους πυραύλους Hellfire που φέρει το Grey Eagle.

Το Απάτσι Guardian πήρε το βάπτισμα του πυρός το 2015, με το 1-229 Τάγμα ΑΣ στο Αφγανιστάν. Αναφέρθηκε ότι στο 60% των εξόδων τους τα Απάτσι ήταν δικτυωμένα με ΜΕΑ και όχι μόνο με Grey Eagle αλλά και με τα μικρότερα RQ-7 Shadow, καθώς και με τα Reaper και Predator της αεροπορίας. Όμως η επικοινωνία των Guardian με τα άλλα ΜΕΑ εκτός του Grey Eagle δεν είναι ακόμη πλήρως λειτουργική.

Το Απάτσι Guardian αναμένεται να παραμείνει σε υπηρεσία, στον αμερικανικό στρατό, μέχρι το 2040. Για τη συνέχεια η Boeing έχει προτείνει μία νέα έκδοση «F» όμως ο αμερικανικός στρατός έχει δείξει ότι δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο και θα διοχετεύσει τους πόρους του στο Future Vertical Lift.

Βιβλιογραφία

«Army Aviator». (2009). Ανασκόπηση του Τρόπου Χρησιμοποιήσεως των Μονάδων Επιθετικών Ελικοπτέρων. https://armyaviation.wordpress.com/

Ball, A.T. και Norris, Rusty. Building a Better Brigade Aviation Elements Cell: Tips for Incoming Brigade Aviation Officers. https://www.dvidshub.net/news/12723/building-better-brigade-aviation-elements-cell-tips-incoming-brigade-aviation-officers

Brockhard Jr., Douglas L. (2004). Will United States Army Attack Aviation be a Relevant Combat Multiplier in Future Conflicts? Μεταπτυχιακή Εργασία. Σχολή Διοίκησης και Επιτελών, Fort Leavenworth, Kansas.

Cassidy, Robert M. (2003). Renaissance of the Attack Helicopter in the Close Fight. Military Review, ΙούλιοςΑύγουστος 2003. σσ. 38 -45.

Davis, Richard. (επιμ.). (1992). Operation Desert Storm: Apache Helicopter Was Considered Effective in Combat, but Reliability Problems Persist. U.S. General Accounting Office.

Headquarters, Department of the Army. Field Manual 1-112, Attack Helicopter Operations. Washington, DC: Government Printing Office, 1997.

Headquarters, Department of the Army. Field Manual 3-04.126, Attack Reconnaissance Helicopter Operations. Washington, DC: Government Printing Office, 2007.

Kugler, Richard. (2007). Operation Anaconda in Afghanistan: A Case Study of Adaptation in Battle. Center for Technology and National Security Policy.

Nelson, Randy C. (1992). The Combat Use of Apache Helicopters in the Kuwaiti Theater of Operations – Effective or Not? Μεταπτυχιακή Εργασία. Σχολή Διοίκησης και Επιτελών, Fort Leavenworth, Kansas.

Robin, Sebastien. (2016). Why America’s Enemies Fear the Army’s AH-64E “Guardian” Helicopter. http://nationalinterest.org/blog/the-buzz/why-americas-enemies-fear-the-ah-64e-%E2%80%9Cguardian%E2%80%9D-helicopter-18175

Smith, Chad H. (2005). Employment of Attack and Reconnaissance Helicopters. Μεταπτυχιακή Εργασία. Σχολή Διοίκησης και Επιτελών, Fort Leavenworth, Kansas.

Thomas, Aaron M. (2013). Air Ground Integration and the Brigade Combat Team. Μεταπτυχιακή Εργασία. Σχολή Διοίκησης και Επιτελών, Fort Leavenworth, Kansas.

Throckmorton, Richard L. (1987). Army Attack Helicopters: Can They Survive on the Airland Battlefield? Μεταπτυχιακή Εργασία. Σχολή Διοίκησης και Επιτελών, Fort Leavenworth, Kansas.

Thornburg, Todd G. (2009). Army Attack Aviation Shift of Training and Doctrine to Win the War of Tomorrow Effectively. Μεταπτυχιακή Εργασία. Πανεπιστήμιο των Πεζοναυτών, Quantico, Virginia.

U.S. Department of Defense Final Report to Congress. (Απρίλιος 1992). Ο Πόλεμος του Κόλπου. Μετάφραση: Στρατηγός ε.α. Δημήτριος Σκαρβέλης. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Φλώρος.

Wilde, Patrick R. (2012). Close Air Support versus Close Combat Attack. Μονογραφία. Fort Leavenworth, KS: School of Advanced Military Studies, U.S. Army Command and General Staff College.

Σχετικές Αναρτήσεις